«Όταν σου κάνει κλοιό ο σατανάς και σε πιέζει, μη μένεις ακίνητος, όπως μερικοί που μελαγχολούν και σκέπτονται επί ώρες, σαν να τους απασχολούν πολύ σοβαρά προβλήματα, ενώ δεν συμβαίνει τίποτε απ’ αυτά απλώς τους έχει καθηλώσει ο σατανάς. Να έχεις ετοιμότητα αντιδράσεως, να αντιστέκεσαι, να αποκρούεις την πολιορκία του σατανά, όπως ένας άνθρωπος που τον πιάνουν κάποιοι κακοποιοί και τον καθηλώνουν και τότε εκείνος κάνει μια απότομη κίνηση και τινάζοντας τα χέρια του, τους πετά από δω κι από κει, ξεφεύγει το σφίξιμό τους και στρέφεται πρός την άλλη κατεύθυνση, πρός τον Χριστό, που τον ελευθερώνει».
Όταν σου έρχονται κακοί λογισμοί να επικαλήσαι ακατάπαυστα τον Κύριον Ιησούν, ήγουν να λες την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Γιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», κι αυτοί θα φυγαδευθούν γιατί δεν υποφέρουν τη θέρμη πού ανάβει στην καρδιά η προσευχή. Η θέρμη αυτή είναι φωτιά που τους καίει, καθώς λέγει και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Με το όνομα του Ιησού χτύπα και λάβωνε τους εχθρούς. Επειδή και ο Θεός ημών είναι φωτιά που αφανίζει την κακία.
Όταν οι εχθροί έχουν υποχωρήσει και το φρούριο της συνείδησής μας ειρηνεύει, ο άνθρωπος αρχίζει να καταλαβαίνει τη βαθύτητα της ειρήνης του Θεού, όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος προς Φιλιππησίους, ότι η ειρήνη του Θεού που υπερέχει κάθε νου, θα διαφυλάξει τις καρδιές σας και τα διανοήματά σας δια του Ιησού Χριστού (Φιλ. δ΄7) .
Εννοεί για το πώς διαπερνάει και ποτίζει τη διανόηση του ανθρώπου. Γιατί στην πραγματικότητα, εάν ο άνθρωπος δεν κατορθώσει να υποτάξει τέλεια τις επίμεμπτες απαιτήσεις των πέντε αισθήσεών του, με τη βοήθεια της εγκράτειας και της υπομονής, ουδέποτε θα ικανωθεί να αισθανθεί στους ψυχικούς του κόσμους, την εσωτερική χαρά που προέρχεται από το Θεό και από τις πνευματικές ανατάσεις.
Kάποιος από εκείνους που αγαπούνε τον Θεό αχόρταστα ,σαν τον ρώτηξα να μού δώσει να καταλάβω την αγάπη τού Θεού, μού είπε πως τόσο πολύ ένοιωσα αυτή την ενέργεια , ώστε βιαζότανε η ψυχή μου με κάποια ανεκλάλητη χαρά κι αγάπη να βγεί από το στόμα μου και να πετάξει στον Κύριο, και σαν να μην ήξερε τον τρόπο που ζούνε στην πρόσκαιρη ζωή.
Κι όποιος δοκιμάσει αυτή την αγάπη , και χίλιες βρισιές να ακούσει από τον άλλον και να κακοπάθει απάυτόν ,δεν θυμώνει καταπάνω του, αλλά απομένει σαν να είναι κολλημένος στην ψυχή εκείνου που τον έβρισε , είτε με άλλον τρόπο τον έβλαψε.
Και μοναχά στενοχωριέται για όσους δε λυπούνται τους φτωχούς, είτε μιλάνε καταπάνω στον Θεό, είτε ζούνε με πονηριά. Γιατί αυτός που αγαπά πολύ τον Θεό, ή καλύτερα που δεν αγαπά πια τον εαυτό του αλλά τον Θεό , δεν ζητά την δική του τιμή , αλλά μοναχά εκείνου που τον τίμησε με τιμή αιώνια. Κι αυτό δεν το θέλει με λίγη θέληση , αλλά έχει αυτή τη διάθεση σαν να είναι το φυσικό του, επειδή δοκίμασε πολύ την αγάπη τού Θεού.
Κοντά σ ΄αυτά πρέπει να ξέρει κανένας , πως εκείνος που κάνει σε τέτοια αγάπη με την ενέργεια τού Θεού, υψώνεται απάνω κι από την πίστη, τον καιρό αυτής της ενέργειας, επειδή με την αίσθηση της καρδιάς και με πολύ αγάπη βαστά μέσα του τον Θεό που τον τιμά με την πίστη του.
Αυτό μάς λέγει καθαρά ο άγιος Παύλος γράφοντας: «Και τώρα απομένουνε αυτά τα τρία, πίστη, ελπίδα κι αγάπη και το πιο μεγάλο απ΄αυτά είναι η αγάπη».
Γιατί όποιος βαστά τον Θεό με την αγάπη , όπως είπα, είναι πιο μεγάλος από την πίστη του ,επειδή βρίσκεται ολάκερος κυριευμένος από τον πόθο τού Θεού.
Άγιος Διάδοχος,επίσκοπος Φωτικής , από τα 100 γνωστικά κεφάλαια του, σε μεταγραφή Φώτη Κόντογλου.
-Γέροντα, λέγονται κάποιες φορές ιστορίες δυσάρεστες για μερικούς μοναχούς στο Άγιον Όρος. Τι γνώμη έχεις;
-Παιδί μου, οι μοναχοί είναι άνθρωποι. Υπάρχουν και καλοί και κακοί. Εμείς θα έχουμε πυξίδα στη ζωή μας τους καλούς, σαν τον Γέροντα Παΐσιο, τον Γέροντα Πορφύριο, τον Γέροντα Ιάκωβο. Δεν είμαστε άξιοι να κρίνουμε κανέναν, ούτε τους κακούς.
Μπορεί ένας αμαρτωλός να πει αύριο ένα «ήμαρτον» και να τον συγχωρήσει ο Θεός και να πάει πιο γρήγορα στον Παράδεισο από σένα. Γι’ αυτό, μην κρίνεις.