
“ΈΝΑ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΣΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΕΝΗ ΣΟΥ, ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΧΑΜΕΝΟ. Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΤΟΝ ΒΟΗΘΗΣΕΙ, ΟΤΑΝ ΒΡΕΘΕΙ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΗ ΘΕΣΗ..”
Ἅγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης
Ἕνα κομποσχοίνι ποὺ κάνεις γιὰ τὸν ἀδελφό σου, γιὰ τὸν συγγενῆ σου, δὲν πάει χαμένο. Ὁ Θεὸς θὰ τὸν βοηθήσει,
ὅταν βρεθεῖ σὲ δύσκολη θέση.
Τὸ κομποσχοίνι, ὄχι βοηθάει, ἀλλὰ καὶ ψυχὴ ἀπὸ τὴν κόλαση μπορεῖ νὰ βγάλει! Τόση δύναμη ἔχει ἡ προσευχή.
Ἐγὼ μνημόνευα τὸν παππού μου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἱερεύς. Τότε ἤμασταν ζηλωταί· πρὶν λάβουμε τὶς πληροφορίες.
Δὲν τὸν μνημονεύαμε εἰς τὴν λειτουργία, διότι ἦτο νεοημερολογίτης. Τοῦ ἔκανα πολλὰ κομποσχοίνια, καὶ παρακαλοῦσα τὸ Θεὸ
λέγοντας: «Κύριε, τόσες λειτουργίες σοῦ ἔκανε, τόσες ἐξομολογήσεις κλπ., ἐλέησον αὐτόν». Τοῦτο ἔπραττα ἐπὶ καιρόν.
Ἕνα βράδυ τὸν εἶδα εἰς τὸν ὕπνο μου (ὅραμα· ἦτο ἀποκάλυψις Θεοῦ), νὰ μὲ φιλεῖ καὶ νὰ μοῦ λέει: «Εὐχαριστῶ, παιδί μου, τώρα
βρίσκομαι σὲ καλύτερη θέση!»
Τότε βλέπω καὶ τὴ γιαγιά μου, νὰ μὲ πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ μοῦ λέει: «Παιδί μου, προσευχήσου καὶ γιὰ μένα, ἵνα πάω ἐκεῖ ποὺ
εἶναι καὶ ὁ παππούς σου τώρα». Ἦταν ὁλοζώντανο αὐτὸ ποὺ ἔβλεπα. Αἰσθανόμουνα ὅτι ἦσαν νεκροί.
Στὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας γύριζαν πολλοὶ παπάδες, ἄλλα ἕνας παπὰς γύριζε καὶ μάζευε ὀνόματα καὶ τὰ μνημόνευε
στὴ Λειτουργία. Καὶ εἶπε ὁ καϊμακάμης, ὁ Τοῦρκος ἀστυνομικός: «Βρέ, αὐτὸς ἐγείρει τὸν κόσμο σὲ ἐπανάσταση».
Τὸν πιάνει καὶ τὸν βάζει μέσα. Καὶ στὸν ὕπνο τοῦ φανερώνονται ὅλοι αὐτοὶ ποὺ μνημόνευε καὶ λένε: «Ἄκουσε, ἢ βγάζεις
τὸν παπὰ ἔξω, διότι αὐτὸς μᾶς μνημονεύει καὶ μᾶς παρηγορεῖ, ἢ θὰ σοῦ πάρουμε τὸ πρῶτο παιδί». Κι ὁ Τοῦρκος φοβήθηκε.
Ἐπὶ Τουρκοκρατίας. «Ἄντε, παπά, πᾶνε στὸ καλό», λέει, «πᾶνε, ἐγὼ θὰ χάσω τὸ παιδί μου;»
Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι, παιδί μου, μεγάλη δύναμη. Ὅσο μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις.
Ναί, ἐμένα παλιά μοῦ ῾δωσε ὁ π. Ἀρσένιος, ὁ παραδερφὸς τοῦ γερο-Ἰωσήφ, κάτι ὀνόματα ἀπ᾿ ὅταν ἦταν μετανάστης
ἀπ᾿ τὴ Ρωσία καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα. Κι ἐγὼ τὰ μνημόνευα.
Κι ἔπειτα μοῦ λέει: «Ξέρεις, Γέροντα, τί εἶδα;
Εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι αὐτὰ τὰ ὀνόματα ποὺ μοῦ ῾δωσα, πῆγα στὸ ἕνα σπίτι.
Λέω, πῶς τὰ περνᾶς ἐδῶ; Ἔ, λέει, λιγάκι, καλά, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ παπα-Ἐφραὶμ καὶ μᾶς παρηγορεῖ».
Εἶναι ποὺ τοῦ μνημόνευα τὰ ὀνόματα. Ναί.
Ἔπειτα ὁ ἄλλος: «Ἐσὺ πῶς τὰ περνᾶς;» «Ναί, ἔτσι κι ἔτσι, ἀλλὰ πέφτει λιγάκι βροχὴ καὶ κρυώνω, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ παπα-Ἐφραίμ,
λέει, καὶ μᾶς παρηγορεῖ».
Λέω: «Εἶναι, ἀδερφέ μου, τὰ ὀνόματα ποὺ μνημονεύω».
Ὁ παπα-Πλανᾶς γιατί ἁγίασε; Ἐμνημόνευε ὁλόκληρα χαρτιά, ἐμνημόνευε. Κι ἐγὼ θυμήθηκα κάτι ὀνόματα καὶ τὰ τοιχοκόλλησα
στὴν Προσκομιδή. Ἐκεῖ ἐκ τοῦ προχείρου. Καὶ στὸν ὕπνο μου βλέπω, λοιπόν, ὅτι ἦρθαν κάτι γέροι παλαιοί, μὲ παλαιϊκὰ ροῦχα,
ὅπως ἄκουγα ἐγὼ ἀπὸ τὴν μητέρα τοῦ πατέρα μου.
Λένε: «Ἐσύ, παιδί μου, μᾶς ἔγραψες, ἀλλὰ ὁ Γέροντας, παιδί μου, δὲν μᾶς μνημονεύει».
– Ἔλα, λέω τοῦ Γέροντα, γιατί δὲν τὰ μνημονεύεις;
– Δὲν τὰ ἔβλεπα καθαρά, λέει.
– Γέροντα, αὐτὸ κι αὐτὸ εἶδα: ὅτι ὁ Γέροντας δὲν μᾶς μνημονεύει, λέει.
Κι ἀπὸ τότες ἔλαβα προθυμία νὰ μνημονεύω ὅσα ὀνόματα περισσότερα.
Ὅσα ὀνόματα περισσότερα, περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις.
Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη: νὰ ἑνώσεις τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό.
Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη. Καὶ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις.
Ὅσα, παιδί μου, περισσότερα ὀνόματα μνημονεύεις, τόσο περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις. Ναί.
ΠΗΓΗ
iconandlight








