Ας περάσουμε σε μια άλλη πτυχή, τον πολιτικό εξουσιασμό. Οι αντιχριστιανοί ισχυρίζονται ότι ο Χριστιανισμός υποβοηθά τις εξουσίες. Αναφέρουν διάφορα εδάφια επιστολών του Παύλου. Φαίνεται πως ενοχλει τους αντιχριστιανούς η άποψη του Παύλου. Η αντιχριστιανική ερμηνεία των Χριστιανικών απόψεων περί εξουσίας είναι τέτοια, ώστε σκόπιμα αυτές και το νόημά τους να διαστρεβλωθούν. Η χριστιανική άποψη, περί κράτους και εξουσίας βλέπει το κράτος ως προϊόν της πτώσης του Αδάμ και της Εύας. Πριν την Πτώση οι Πρωτόπλαστοι δεν είχαν ανάγκη κράτους ούτε υπήρχε, όπως τονίζει ο Χρυσόστομος κάποια εξουσία του άντρα επί της γυναίκας («Όταν επλάσθη η γυνή δεν υπετάγη εξ αρχής˙ ούτε όταν επαρουσίασεν αυτήν ο Θεός εις τον άνδρα, ούτε αυτή ήκουσε τίποτε τέτοιον από τον Θεόν, ούτε ο ανήρ είπε τίποτε τέτοιον προς αυτήν˙ αλλ’ είπεν είναι οστούν από τα οστά του και σάρξ από τας σάρκας του˙ πουθενά δεν είπε τίποτε δι’ εξουσίαν, ούτε δι’ υποταγή εις αυτήν» (Λόγος κστ’ εις την Α’ Προς Κορινθίους, 3). Συνεπώς, επειδή είναι μεταπτωτικός θέσμος το κράτος και η εξουσία, η Εκκλησία δεν έχει ούτε την κρατικιστική αυταπάτη ότι το κράτος/εξουσία θα φέρει τον «επί γης παράδεισο» (αν π.χ. τηρηθούν οι νόμοι του κράτους ή αν φτιαχτούν «τέλειοι νόμοι». Κάθε νόμος είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, δηλαδή ατελές, με ελλείψεις) ούτε την αντιεξουσιαστική αυταπάτη ότι η εξουσία είναι φύσει κακή. Σκοπός του κράτους/εξουσίας δεν είναι να φέρει τον παράδεισο επί γης˙ αυτό δεν το μπορεί. Σκοπός είναι η αποφυγή της κόλασης επί γης. Όπως ο γάμος είναι ένα μεταπτωτικό φάρμακο κατά του θανάτου, έτσι και η εξουσία είναι ένα προσωρινό φάρμακο κατά της μεταπτωτικής σατανικής διχόνοιας μεταξύ των ανθρώπων, μια ατελής, πολύ κατώτερη της προπτωτικής, μορφή τάξης. Αν δεν χρησιμοποιείται σωστά, δεν είναι από μόνη της κακό.
Για να γίνει κατανοητή η άποψη του Παύλου για την εξουσία πρέπει να έχουμε υπόψη την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε δημοκρατία ούτε ανάμνηση δημοκρατίας ούτε πάλη μεταξύ δημοκρατών και μοναρχικών για το ποιο πολιτικό σύστημα θα επικρατούσε. Δεν υπήρχε κάποιο δημοκρατικότερο εναλλακτικό πολιτικό σύστημα από την μοναρχία. Δεν μπορούσε λοιπόν ο Παύλος να προτείνει «αντίσταση» ή «αντάρτικο» στην αυτοκρατορική εξουσία. Μορφωμένος ήταν, ήξερε το αποτέλεσμα των εξεγέρσεων κατά της Ρώμης. Είναι παράλογο να ζητάμε από τον Παύλο σε μια τέτοια εποχή να προτείνει ανυπακοή στην εξουσία (γενικά) ή στην αυταρχική εξουσία (της Ρώμης), τη στιγμή που κανείς πολυθεϊστής φιλόσοφος και διανοούμενος δεν τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Μίλησε κανείς Επικούρειος για «αντιεξουσιασμό», στην εποχή της Ρωμαιοκρατίας; Παρότρυνε το λαό κανείς πολυθεϊστής διανοούμενος της εποχής σε επανάσταση κατά του οιουδήποτε κράτους; Κι όπως οι φιλόσοφοι της εποχής ζητούσαν γενικά σεβασμό στους νόμους, το ίδιο ζητούσε ο Παύλος. Τουλάχιστον αυτός δεν επέλεγε (μια για πάντα), όπως ο Πλούταρχος, το μοναρχικό πολίτευμα κρίνοντας πως αυτό είναι καλύτερο. Μίλησε γενικά για «εξουσία» κι έτσι άφησε περιθώριο για τις πολιτειακές αλλαγές. Δεν είπε «μοναρχία και ξερό ψωμί», όπως είπε ο Πλούταρχος. Εξουσία είναι και η σημερινή (έστω και τυπικά) δημοκρατική. Απλώς έδωσε κάποιες συντεταγμένες. Αλλά τι είπε ο Παύλος, που κάνει πολλούς να αντιδρούν;
Προς Ρωμαίους, 13, 1-7 Ας υποτάσσεται ο καθένας εις τας ανωτέρας εξουσίας, διότι δεν υπάρχει εξουσία παρά από τον Θεόν. Ώστε εκείνος που αντιτάσσεται εις την εξουσίαν, αντιτάσσεται εις την διαταγήν του Θεού και εκείνοι που αντιστάθηκαν, θα κατακριθούν. Διότι οι άρχοντες δεν είναι φόβος δια τα καλά έργα, αλλά δια τα κακά. Θέλεις να μη φοβάσαι την εξουσίαν; Κάνε το καλόν και θα επαινεθής, διότι η εξουσία είναι όργανον του Θεού, δια το καλόν σου, εάν όμως κάνης το κακόν, τότε να φοβάσαι, διότι δεν φέρει μαχαίρι χωρίς λόγον, αλλά διότι είναι όργανον του Θεού, εκδικητής της οργής του εναντίον εκείνου που κάνει το κακόν. Δια τούτο είναι ανάγκη να υποτάσσεσθε όχι μόνον ένεκα της οργής αλλά και δια λόγους συνειδήσεως. Αυτός είναι ο λόγος που πληρώνετε φόρους, διότι αι αρχαί είναι υπηρέται του Θεού, αφοσιωμένοι εις αυτό ακριβώς το έργον. Αποδώσατε λοιπόν εις όλους ό,τι τους οφείλεται˙ φόρον εις εκείνον που οφείλεται φόρος, δασμός εις εκείνον που οφείλεται δασμός, σεβασμός εις εκείνον που οφείλεται σεβασμός, τιμή εις εκείνον που οφείλεται τιμή.
Προς Τιμόθεον, 2, 1-4 Παρακαλώ λοιπόν, πρώτα απ’ όλα, να κάνετε δεήσεις, προσευχάς, παρακλήσεις, ευχαριστίας δι’ όλους τους ανθρώπους, δια τους βασιλείς και όλους εκείνους που είανι εις υψηλάς θέσεις, δια να ζούμε βίον ήρεμον και ήσυχον με πάσαν ευσέβειαν και σεμνότητα. Διότι αυτό είναι καλόν και ευπρόσδεκτον ενώπιον του Σωτήρος μας Θεού ο οποίος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να λάβουν γνώσιν της αληθείας.
Προς Τίτον, 3, 1 Να τους υπενθυμίζεις να υποτάσσονται εις τας αρχάς και τας εξουσίας, να πειθαρχούν, να είναι έτοιμοι δια κάθε έργον καλόν (...)
Α’ Πέτρου, 2, 13-16 Υποταχθήτε λοιπόν, σε κάθε ανθρώπινην εξουσίαν χάριν του Κυρίου, είτε πρόκειται δια τον βασιλέα, ως τον ανώτατον άρχοντα, είτε δια διοικητάς, ως απεσταλμένους απ’ αυτόν δια την τιμωρίαν εκείνων που κάνουν το κακόν και δια τον έπαινον εκείνων που κάνουν το καλόν, διότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού: να αποστομώνετε δια των καλών σας πράξεων την άγνοιαν των ανόητων ανθρώπων. Να ζήτε σαν άνθρωποι ελεύθεροι και όχι να χρησιμοποιείτε την ελευθερίαν σαν κάλυμμα κακών πράξεων, αλλά σαν δούλοι του Θεού.
Οι δύο απόστολοι εδώ έχοντας κατά νου την αντίληψη ότι η εξουσία/το κράτος υπάρχουν για να αποτραπούν τα χειρότερα συνιστούν υπακοή στον άρχοντα. Συνεχώς λένε ότι η εξουσία υπάρχει (και εννοούν ότι πρέπει να υπάρχει) για την τιμωρία του κακού και τον έπαινο του καλού. Η υποταγή στους άρχοντες δεν οφείλεται σε δουλοπρέπεια ούτε είναι τυφλή. Η υποταγή στην εξουσία δεν σημαίνει εξαγιασμό της εξουσίας, αλλά παραδοχή της χρησιμότητάς της για την περιστολή του κακού. Η υποταγή στην εξουσία δεν οφείλεται στο ότι δήθεν ο Χριστιανισμός στηρίζει τους εξουσιαστές και ειδικότερα τους άδικους, όπως φαίνεται και σε όλα τα παραπάνω εδάφια. Ότι υπάρχουν όρια στην υποταγή του Χριστιανού στους άρχοντες κι αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική, αποδεικνύεται τόσο από τη λογική όσο και από τα κείμενα διάφορων Πατέρων.
Ορισμένοι, μη Χριστιανοί, είτε επειδή συγχέουν τον συγκεκριμένο, κάθε φορά, άρχοντα με την εξουσία είτε επειδή πιστεύουν ότι ο Παύλος και η Εκκλησία συγχέουν την εξουσία με τον (συγκεκριμένο κάθε φορά) άρχοντα (ή, ακόμη χειρότερα, με κάποιο συγκεκριμένο πολίτευμα), νομίζουν ότι ο Χριστιανισμός τάσσεται ανεπιφύλακτα στο πλευρό των (συγκεκριμένων, κάθε φορά) εξουσιαστών/αρχόντων, με συνέπεια να προτρέπει την απόλυτη υποταγή στους εξουσιαστές της κάθε εποχής κι άρα να εξαγιάζει την εξουσία. Η αλήθεια είναι διαφορετική. Οι μη Χριστιανοί διαστρεβλώνουν την χριστιανική ερμηνεία της εξουσίας και ύστερα κατηγορούν από πάνω τον Χριστιανισμό. Σύμφωνα με το Χριστιανισμό, το θέλημα του Θεού το εκφράζει η ύπαρξη της εξουσίας γενικά, και όχι ο συγκεκριμένος άρχοντας. Γι’ αυτό και οι πιστοί, ενώ αποδέχονται την εξουσία, για τους λόγους που προαναφέραμε, δεν στηρίζονται στους άρχοντες. Έτσι ο Ψαλμός 145, 3 γράφει: μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία (=«Μην στηρίζετε την πεποίθηση και την ελπίδα σας στους άρχοντες, στους γιους των θνητών ανθρώπων, που δεν έχουν πάντοτε τη δύναμη να σας σώσουν»).
Ο Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει για τη διάκριση μεταξύ άρχοντα και Εξουσίας και τονίζει ότι ο Θεός δεν έχει ευλογήσει τον συγκεκριμένο άρχοντα (που μπορεί να είναι και κακός), αλλά την Εξουσία. «"Γιατί", λέγει "δεν υπάρχει εξουσία, παρά μόνο από το Θεό". Τι λέγεις; Κάθε άρχοντας δηλαδή χειροτονείται από τον Θεό; Δεν εννοώ αυτό, λέγει˙ ούτε ο λόγος μου τώρα θα είναι για τους άρχοντες χωριστά, αλλά γι’ αυτό το πράγμα. Γι’ αυτό δεν είπε "δεν υπάρχει λοιπόν άρχοντας, παρά μόνο από το Θεό", αλλά μιλάει γενικά για το πράγμα και λέγει "γιατί δεν υπάρχει εξουσία, παρά μόνο από το Θεό, και οι εξουσίες που υπάρχουν έχουν ορισθεί από το Θεό"» (Ιω. Χρυσόστομος, Ομιλία κδ’ στην Προς Ρωμαίους, 1). Η πολύ σημαντική αυτή λεπτομέρεια έχει ως αποτέλεσμα (και προϋποθέτει, κατά κάποιον τρόπο) τη χριστιανική αντίληψη, ότι άλλο πράγμα ο κακός άρχοντας κι άλλο πράγμα η εξουσία γενικά, η οποία δημιουργήθηκε ως φάρμακο με σκοπό να περιοριστεί η ατομική αυθαιρεσία και το χάος και είναι (σχετικά) καλή. Επιπλέον, όταν κάποιος κακός άρχοντας θεσπίζει κακούς νόμους ή προστάζει πράγματα ενάντια στο καλό (δηλαδή στις εντολές του Θεού), η χριστιανική αντίληψη είναι η άρνηση υποταγής σε αυτά. Όταν βέβαια ένας άρχοντας (ακόμη κι αυτός, που γενικά είναι κακός) διατάξει κάτι καλό ή απαγορεύσει κάτι κακό, ο Χριστιανός υποτάσσεται και συνεργεί, γιατί μια τέτοια διαταγή και απαγόρευση συμφωνεί με τον αρχικό προορισμό της εξουσίας. Όπως και να ‘χει, αποδεικνύεται εντελώς παράλογος ο ισχυρισμός των αρχαιόπληκτων ότι ο Χριστιανισμός θεωρεί κάθε άρχοντα και κυβερνήτη «εκλεκτό του Θεού». Οι αντιχριστιανοί διαστρεβλώνουν τη σημασία της άποψης του Παύλου ότι «Δεν υπάρχει εξουσία παρά μόνο από το Θεό», σαν να εννοούσε ο Παύλος ότι ο καθένας που αρπάζει την εξουσία και την κακομεταχειρίζεται είναι ευλογητός από το Θεό. Ο Θεός έδωσε την εξουσία γενικά, όχι τον κάθε άρχοντα ειδικά, με σκοπό την, όσο γίνεται, αποτροπή του κακού. Μπορεί να υπάρξουν κακοί άρχοντες, αλλά δεν είναι θέλημα του Θεού αυτό. Είτε σκόπιμα είτε από την γνωστή σε όλους άγνοιά τους περί Χριστιανισμού, οι Νεοπαγανιστές και οι αντιχριστιανοί δημιουργούν μια ανύπαρκτη ερμηνεία περί εξουσίας, την αποδίδουν στο Χριστιανισμό και ύστερα τον κατηγορούν γι’ αυτήν!
Βλέπουμε λοιπόν πως ο δήθεν φιλοεξουσιαστικός Χριστιανισμός όχι μόνον δεν έπεσε στην παγίδα να προτείνει ένα συγκεκριμένο σύστημα (όπως έκαναν οι Παγανιστές της εποχής εκείνης), αλλά έκανε ρητά διαχωρισμό μεταξύ της έννοιας του (ενίοτε καλού ή κακού) άρχοντα και της (προς καλό σκοπό δημιουργημένης) εξουσίας, ώστε αποδεχόμενος την σωστή εξουσία να μην υπακούει σε άδικες εντολές.
Το ότι υπάρχουν όρια στην υποταγή προς τον Καίσαρα, δηλαδή την επίγεια εξουσία, σ’ αντίθεση με την απόλυτη υποταγή στο Θεό φαίνεται από το Κατά Μάρκον 12, 17 και τις Πράξεις 5, 29. Στο πρώτο διαβάζουμε «ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ·» («Δώστε εις τον Καίσαρα όσα οφείλονται εις τον Καίσαρα και εις τον Θεόν όσα οφείλονται εις τον Θεόν»), ενώ στις Πράξεις έχει γραφτεί «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» («Πρέπει να πειθαρχούμε μάλλον στο Θεό παρά στους ανθρώπους»). Από την μελέτη των δύο αυτών εδαφίων βλέπουμε πόσο πρωτοποριακός ήταν και είναι ο Χριστιανισμός. Αφενός διαχωρίζει πλήρως τα καθήκοντα προς το κράτος και προς το Θεό, αφετέρου με αυτόν τον τρόπο διαχωρίζει την κοσμική από την θρησκευτική σφαίρα, απαγορεύοντας την ανάμιξη της μίας στην άλλη (απαγόρευση της Θεοκρατίας), σε αντίθεση με ό,τι γινόταν στην αρχαία Πόλη-Κράτος και στην ειδωλολατρική Ρώμη (όπου η θρησκεία ήταν κρατική και ενωμένη με το κράτος), και επιπλέον τονιζει ότι ο Θεός είναι υπεράνω όλων κι ότι η υποταγή στην ανθρώπινη εξουσία παύει, όταν αυτή έρχεται σε αντίθεση προς το θεϊκό νόμο.
Στο σημείο αυτό βέβαια, οι αρχαιόπληκτοι και οι αντιχριστιανοί παίζουν ένα βρώμικο σοφιστικό παιχνίδι κατά του Χριστιανισμού. Από τη μια είδαμε ότι παριστάνουν τους «αντιεξουσιαστές» κατηγορώντας την Εκκλησία ότι στηρίζει τους εξουσιαστές, ενώ, μόλις αναφέρουμε τα παραπάνω εδάφια, αλλάζουν ξαφνικά ιδεολογία και γίνονται «νομιμόφρονες» κατηγορώντας την Εκκλησία ότι περιφρονεί την κοινωνία και τους θεσμούς της βάζοντας υπεράνω των νόμων το νόμο του Θεού. Είναι προφανές ότι η αμάθεια των αντιχριστιανών τούς οδηγεί στο να παριστάνουν άλλοτε τους υπερασπιστές της εξουσίας (και της οιασδήποτε «νομιμότητας») κι άλλοτε τους αντιεξουσιαστές. Έτσι, τυφλωμένοι, αδυνατούν ν’ αντιληφθούν ότι η Εκκλησία και ο Θεός ούτε περιφρονούν τους θεσμούς των ανθρώπων (Προς Ρωμαίους, 13, 1) αλλά ούτε υποτάσσονται σ’ αυτούς τυφλά, ως άβουλοι δούλοι του Καίσαρα (Κατά Μάρκον, 12, 17 και Πράξεις, 5, 29). Η άρνηση της Εκκλησίας να δεχτεί νόμους ενάντιους στο θέλημα του Θεού δεν οφείλεται σε κάποια περιφρόνηση προς την εξουσία και τη νομιμότητα, αλλά είναι απόλυτα λογική. Αν π.χ. ο εκάστοτε «Καίσαρας» διατάξει να κλέβουμε ή να φονεύουμε και νομοθετήσει ανάλογα, η Εκκλησία δε μπορεί να «υποταχθεί στους άρχοντες». Κι εφόσον ο Θεός είναι η πηγή του αγαθού και του καλού, οι θεϊκές προσταγές είναι το κατεξοχήν καλό. Να αγαπάς τον συνάνθρωπό σου, να μην τον αδικείς με κανένα τρόπο, να δίνεις και τη ζωή σου γι’ αυτόν, αν χρειαστεί, αυτές είναι θεϊκές εντολές που καλλιτερεύουν την κοινωνία, και εάν οι νόμοι της Εξουσίας πρόσταζαν το αντίθετο, ασφαλώς δεν θα συνιστούσε «αντικοινωνική συμπεριφορά» ούτε «περιφρόνηση για τους ανθρώπινους θεσμούς» η άρνηση των νόμων της εξουσίας από τους Χριστιανούς. Ωστόσο οι «νομιμόφρονες», πλέον, Νεοπαγανιστές και λοιποί αντιχριστιανοί (ο «αντιεξουσιασμός» τους τώρα έκανε φτερά!), θα ισχυρίζονταν ότι συνιστά!
Απομένει να δούμε πώς καθορίζονται τα όρια της σχετικής υποταγής των Χριστιανών στην κοσμική εξουσία. Ο καθορισμός των ορίων της κρατικής εξουσίας δεν εγκαταλείπεται στην αυθαιρεσία των φορέων της, αλλά ελέγχεται από τους πιστούς εν ονόματι του Θεού. Αυτό είναι προφανές από τα παραπάνω. Δεν καθορίζει η εξουσία το νόμο του Θεού. «Oἱ ἀρχόμενοι μόνα τοῖς ἄρχουσι ὀφείλετε πείθεσθαι, ὅσα μὴ τὴν ἐπαγγελίαν ἡμῖν τῆς ἐλπίδος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀφαιρεῖσθαι» (Γρηγ. Παλαμάς, Ομιλία 42, 8). Βλέπουμε ότι η υποταγή στην εξουσία αφορά μόνο την εκ μέρους της εξουσίας διάπραξη του καλού και την τιμωρία του κακού, δηλαδή μόνο εάν η εξουσία χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον αρχικό προορισμό της. Ο καθορισμός των ορίων έγκειται στην κρίση του πιστού. Αν οι νόμοι δεν είναι αντίθετοι στο θέλημα του Θεού, δηλαδή στην αγάπη και τη δικαιοσύνη, υπάρχει υποταγή στην εξουσία. Αυτό συνιστά τεράστιο βήμα προόδου σε μια εποχή όπου οι Ειδωλολάτρες έπρεπε να υπακούν τυφλά στον Καίσαρα.
Τι εξουσιασμός υπάρχει, αλήθεια, στο στο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΒ’ 13-15: «Ω συ Ιωακείμ, βασιλεύ των Ιουδαίων, ο οποίος κτίζεις τα ανάκτορά σου με αδικίας και καταδυναστεύεις, συ ο οποίος εξαναγκάζεις τον πλησίον σου δωρεάν να εργάζεται δια σε και δεν του δίδεις τον δίκαιον μισθόν του! Μήπως νομίζεις ότι θα βασιλεύσης επί πολύ;» ή στο ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΣΤ’ «5 Φρικτή και ταχεία θα επιπέση εναντίον σας [=των αρχόντων] η τιμωρία, διότι τρομερά πάντοτε και αιφνιδία είναι η τιμωρία των παρανόμων αρχόντων. 6 Διότι οι άσημοι και απλοϊκοί άνθρωποι είναι άξιοι συγγνώμης και ελέους εκ μέρους του Θεού. Οι άρχοντες όμως θα κριθούν και θα δικασθούν με αυστηρότητα. 8 Αυστηρά και λεπτομερής έρευνα και εξέτασις επιφυλάσσεται δια τους ισχυρούς.»;Τι εξουσιασμός υπάρχει στα ακόλουθα εδάφια της Καινής Διαθήκης;
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ, 20, 16 Έτσι οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι.
Αντιστροφή της ιεραρχίας (επίσης στο Κατά Μάρκον, 9, 35). Κι αν ορισμένοι ισχυριστούν ότι η αντιστροφή αυτή θα συμβεί στη Δευτέρα Παρουσία, άρα είναι δίχως νόημα για την παρούσα ζωή και κοινωνία ο παραπάνω στίχος, τότε ας διαβάσουν αυτό:
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ, 20 25 Ο Ιησούς τους προσκάλεσε και είπε, «ξέρετε ότι οι άρχοντες των εθνών τα καταδυναστεύουν και οι μεγάλοι τα καταπιέζουν. 26 Αυτό δε θα γίνεται μεταξύ σας, αλλ’ εκείνος που θέλει να γίνη μεταξύ σας μεγάλος, θα είναι υπηρέτης σας 27 και εκείνος, που θέλει να είναι μεταξύ σας πρώτος, αυτός θα είναι δούλος σας (...)».
Έχουμε εδώ μια καταπλητική αντιστροφή του εξουσιασμού των αρχόντων των εθνών, που δυναστεύουν τους ανθρώπους (τα ίδια υπάρχουν και στο Κατά Μάρκον 10, 42 και στο Κατά Λουκάν, 22, 25).
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ, 23, 12 Εκείνος που θα υψώση τον εαυτόν του, θα ταπεινωθή, και εκείνος που θα ταπεινώση τον εαυτόν του, θα υψωθή.
Τι άλλο είναι αυτό παρά κήρυγμα κατά της εγωπαθούς αρχομανίας;
Στο Κατά Λουκάν, 4, 5-8 διαβάζουμε 5 Ύστερα ο διάβολος τον ανέβασε σ’ ένα ψηλό βουνό και του έδειξε, δια μίαν στιγμήν, όλα τα βασίλεια της οικουμένης 6 και του είπε, «θα σου δώσω όλην αυτήν την εξουσίαν και την δόξαν τους, διότι σ’ εμέ έχει παραδοθή και σ’ όποιον θέλω την δίνω. 7 Εάν λοιπόν με προσκυνήσεις όλα θα είναι δικά σου». 8 Και ο Ιησούς του απεκρίθη, «πήγαινε οπίσω μου, Σατανά˙ (...)».
Στο Κατά Λουκάν, 11, 43, ο Χριστός απευθύνεται σε όσους επιδιώκουν την πρωτοκαθεδρία, με άλλα λόγια την εξουσία: «Αλλοίμονον σ’ εσάς, Φαρισαίοι, διότι αγαπάτε την πρωτοκαθεδρίαν εις τας συναγωγάς και τους χαιρετισμούς εις τας αγοράς.
Στο Κατά Λουκάν, 20, 46 λέει τα ίδια: Προσέχετε τους γραμματείς, εις τους οποίους αρέσει να κυκλοφορούν στολισμένοι και αγαπούν τους χαιρετισμούς εις τας αγοράς, τας πρωτοκαθεδρίας εις τας συναγωγάς και τας πρώτας θέσεις εις τα δείπνα (...)».
Φυσικά η αντιστροφή της ιεραρχίας (και τα διαφορετικά κριτήρια «ανωτερότητας»), όπως την προστάζει ο Ιησούς ισχύει για όλους τους Χριστιανούς (απόστολους-λαό-κλήρο-άρχοντες), όχι μόνο για το λαό. Αν ορισμένοι επιτήδειοι αντιχριστιανοί την ερμηνεύουν σαν να ίσχυε μόνο για το λαό (ή σαν να έλεγε ο Χριστός ότι ισχύει μόνο για το λαό), ψεύδονται, διότι αυτό δεν είναι ό,τι είπε ο Χριστός. Οι επιτήδειοι αυτοί αντιχριστιανοί διαστρεβλώνουν συνεχώς ό,τι είπε ο Χριστός. Τι εξουσιασμός υπάρχει στην προειδοποίηση του Θεού της Π.Δ. προς τον εβραϊκό λαό, για τον εξουσιαστικό χαρακτήρα της μοναρχίας (Α’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ, Η’, 4-22);
Οι Νεοπαγανιστές και οι αντιχριστιανοί θεωρούν αρνητικό ότι ο Παύλος συνιστά οι πιστοί να προσεύχονται υπέρ των αρχόντων. Θέλουν να πιστέψουμε ότι ο Παύλος ζητά αυτά για χάρη του εξουσιασμού και για πολιτική στήριξη των αρχόντων. Μόνο που ξεχνούν να διαβάσουν καλά το εδάφιο, στους επόμενους στίχους. Οι προσευχές των Χριστιανών ίσως έχουν ως αποτέλεσμα ο Θεός να φωτίσει τους εκάστοτε άρχοντες, ώστε να νομοθετούν και να συμπεριφέρονται καλύτερα προς τους πολίτες. Αν οι άρχοντες αποκτήσουν καλύτερη συμπεριφορά (και, είτε συμφωνούν οι μη Χριστιανοί είτε διαφωνούν, οι Χριστιανοί πιστεύουν στη δύναμη της προσευχής – δίχως να αποκλείονται και οι παρακκλήσεις ή οι ευχαριστίες), τότε όντως θα ζήσουν οι πολίτες βίο ήρεμο και ήσυχο. Δεν είναι φιλοεξουσιαστική «δοξολογία προς τον (ίσως κακό) άρχοντα» αυτά, διότι, όπως δείξαμε, οι Χριστιανοί αρνούνται να υπακούσουν σε αντίθεους (άρα και απάνθρωπους) νόμους, καταλύοντας έτσι ειρηνικά την ισχύ του κακού άρχοντα. Δεν είναι «στήριξη του εξουσιασμού» η παράκκληση ή/και η προσευχή για να συμπεριφέρεται ο άρχοντας δικαιότερα και σοφότερα. Αλλά κι ορισμένοι Πατέρες δεν μασάν τα λόγια τους: «Μηδείς οιέσθω με λέγειν, ότι πάσαν ειρήνην αγαπητέον˙ οίδα γαρ ώσπερ στάσιν τινά βέλτιστην, ούτω και βλαβερωτάτην ομόνοιαν˙ αλλά την τε καλήν και επί καλώ και Θεώ συνάπτουσαν» (Γρ. Θεολόγος, PG 136, 857D)
Οι αντιχριστιανοί πιστεύουν ότι ο Παύλος υποβοηθά τον εξουσιασμό, όταν γράφει ότι πρέπει να πληρώνουν οι πιστοί φόρους, διότι οι άρχοντες είναι υπηρέτες του Θεού, αφοσιωμένοι στο έργο αυτό. «Να πώς θα πλήρωνε ο κόσμος τους φόρους του με χαρά. Έτσι η ανυπακοή να πληρώσει κανείς φόρο γίνεται ανυπακοή στο Θεό», ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές. Εδώ πρόκειται για την γνωστή τους άγνοια περί της χριστιανικής διάκρισης μεταξύ (αρχικά) καλής εξουσίας και (πιθανώς) κακών αρχόντων. Οι φόροι ήταν και είναι αναγκαίοι, σε κάθε κοινωνία, για κοινωφελή έργα. Η κακή χρήση των φόρων και οι άδικοι φόροι από τους άρχοντες είναι το πρόβλημα, δηλαδή ο κακός εξουσιασμός. Όχι η ύπαρξη φόρων γενικά. Φυσικά ο Παύλος δεν ήταν υπέρ της βαριάς φορολογίας των φτωχών – οι αντιχριστιανοί το θεωρούν δεδομένο ότι ήταν;
Οι αντιχριστιανοί, προκειμένου να παραπληροφορήσουν για την χριστιανική αντίληψη περί εξουσίας, εφαρμόζουν την τακτική της παραποίησης των πηγών καθώς και της αποσιώπησης όσων χριστιανικών πηγών δεν συμφωνούν με τα συμπεράσματά τους. Έτσι θεωρούν ότι ο Χριστιανισμός επιβάλλει την εξουσία των ιερέων, των παπάδων, επί του λαού, ώστε δήθεν ο λαός να άγεται και να φέρεται ως άβουλο ποίμνιο. Χρησιμοποιούν εδώ την δεύτερη μέθοδο προπαγάνδας: την αποσιώπηση όσων χριστιανικών πηγών δεν τους συμφέρουν. Έτσι, για να στηρίξουν την άποψή τους παραθέτουν το Προς Εβραίους 13, 17: «Να υπακούετε και να υποτάσσεσθε εις τους προϊσταμένους σας [εννοεί τους πρεσβύτερους], διότι αυτοί αγρυπνούν δια τας ψυχάς σας». Ξεχνούν οι Ν/Π να αναφέρουν όμως το Α’ Πέτρου 5, 1-3: «Τους πρεσβυτέρους προτρέπω (...) ποιμάνατε το ποίμνιον του Θεού (..) ασκούντες την επίβλεψιν ουτε με αισχροκερδή τρόπο, ούτε σαν να έχετε κυριαρχική εξουσία επί εκείνων που σας έλαχε να ποιμαίνετε, αλλά να δίνετε το καλόν παράδειγμα εις το ποίμνιον». Κανείς (κακός) εξουσιασμός δεν υπάρχει στη σχέση πρεσβύτερων-ποιμνίου, λοιπόν. Απλώς οι αντιχριστιανοί, λόγω άγνοιας ή μοχθηρότητας, ψεύδονται.
Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Λόγος ΙΖ’, Προς τους πολιτευομένους Ναζιανζού αγωνιώντας και του άρχοντα οργιζομένου, 8): «Τι δε λέγετε σεις, οι εξουσιασταί και άρχοντες; Διότι ήδη έρχεται και προς εσάς ο λόγος, δια να μη θεωρηθώμεν ότι είμεθα τελείως άδικοι και ότι τους μεν αρχόμενους συμβουλεύομεν να πράττουν το ορθόν, εις εσάς δε κάνομεν χάριν λόγω της δυνάμεώς σας, ωσάν να παρεκκλίναμε από την ελευθερίαν την οποία μας έχει δώσει ο Χριστός, είτε από εντροπήν είτε από φόβον. (...) Άρχεις μαζί με τον Χριστό και διοικείς μαζί με αυτόν. Από εκείνον σου έχει δωθή το ξίφος, όχι δια να το χρησιμοποιής, αλλά δια να αποτελή απειλήν. Τούτο δε θα πρέπη να το διαφυλάσσης καθαρόν δια να το επιστρέψης εις εκείνον ο οποίος σου το έδωσε».
Κάναμε λόγο κυρίως για τον πολιτικό και τον εκκλησιαστικό εξουσιασμό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως και τον εξουσιασμό του άντρα επί της γυναίκας, του πλούσιου επί του φτωχού, του κύριου επί του αφέντη, του ντόπιου έναντι του ξένου. Εξουσιασμός δεν υπάρχει στο Χριστιανισμό. Έτσι:
Προς Κολοσσαείς, 3, 19 Οι άνδρες, να αγαπάτε τας γυναίκας σας και μη παροργίζεσθε εναντίον των.
Ιακώβου, 2, 2-4 Εάν μπης την συνάθροισίν σας άνθρωπος με χρυσό δακτυλίδι και ωραία ντυμένος, και μπη επίσης ένας φτωχός με λερωμένα ρούχα, και σείς δώσετε προσοχήν εις εκείνον που φορεί τα ωραία ρούχα και του πήτε "κάθησε εδώ, παρακαλώ", και εις τον φτωχόν πήτε "συ στάσου εκεί ή κάθησε εδώ κοντά εις το σκαμνί των ποδιών μου", δεν εκάνατε μεταξύ σας διάκρισιν και δεν εγίνατε κριταί με σκέψεις κακές;
Προς Κολοσσαείς, 4, 1 Οι κύριοι να δίνετε το δίκαιον και το ίσον εις τους δούλους σας, γνωρίζοντες ότι και σεις έχετε Κύριον εις τους ουρανούς.
Προς Εφεσίους, 6, 9 Και σεις, οι κύριοι [των δούλων], να τους κάνετε τα ίδια [= όπως σας φέρονται οι δούλοι!], να αφήσετε την φοβέρα, διότι πρέπει να ξέρετε ότι και σεις έχετε Κύριον εις τους ουρανούς, και δεν υπάρχει εις αυτόν προσωποληψία.
ΨΑΛΜΟΣ 145, 9 Ο Κύριος προστατεύει τους ξένους.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΔ’, 17 Μη διαστρεβλώνεις το δίκιο του ξένου ή του ορφανού.
«Ωραία», θα πουν ορισμένοι, «αλλά στην πράξη η Εκκλησία έγινε υποχείριο του Ρωμαίου Αυτοκράτορα, που την χρησιμοποιούσε για να επιβάλλει την ενότητα του κράτους και την εξουσία του». Απαντάμε:
1) Κατ’ αρχήν η μεταστροφή του Κωνσταντίνου στο Χριστιανισμό δεν ήταν καθόλου προσχεδιασμένη. Προτού ο Κωνσταντίνος Α’ υποστηρίξει την Εκκλησία και βαφτιστεί, ο πατέρας του ήταν φιλοχριστιανός (δεν εφάρμοζε πολύ τα έδικτα του διωγμού του Διοκλητιανού), η μητέρα του ήταν Χριστιανή κι ο ίδιος ήταν θρησκευτική φύση. Το θαύμα της εμφάνισης του σταυρού με το «Εν τούτω νίκα» δεν είναι καθόλου απίθανο, από άποψη φυσική, να συνέβη, όπως εξηγεί ο εχθρικά διακείμενος στον Κωνσταντίνο A.M. Jones, στο Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης.
2) Έπειτα το επιχείρημα ότι κάποιοι από την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη βρήκαν το Χριστιανισμό ως σανίδα σωτηρίας της Αυτοκρατορίας ακούγεται πολύ αφελές, τη στιγμή που
α) ώς τον Διοκλητιανό το ποσοστό των Χριστιανών δεν ξεπερνούσε το 10% και
β) ώς και τον Θεοδόσιο Α’ (στα 392, πριν τον πόλεμο με τον Εθνικό διεκδικητή του θρόνου, Ευγενιανό) τα περισσότερα μέλη της ρωμαϊκής αριστοκρατίας πίστευαν στην αρχαία θρησκεία.
γ) η έννοια της «παράδοσης» ήταν πολύ σεβαστή στην Αρχαιότητα και ειδικά στην ελίτ.
3) Ποια ρωμαϊκή «άρχουσα τάξη» εκμεταλλεύτηκε τον Χριστιανισμό, ώστε να επιβιώσει η ίδια και η εξουσία της, τη στιγμή που τρεις από τους τέσσερεις διεκδικητές της ρωμαϊκής ηγεμονίας ήταν Εθνικοί; Δεν έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με την περίπτωση κατά την οποία η ελίτ ψάχνει απεγνωσμένα και βρίσκει ένα πνευματικό στήριγμα για να δικαιολογήσει και να εξαγιάσει την εξουσία της (η ειδωλολατρική ελίτ, γιατί δεν το έκανε αυτό;) αλλά την περίπτωση όπου η ελίτ διασπάται για λόγους θρησκευτικού φανατισμού. Δεν πρέπει να υποτιμάται ο θρησκευτικός φανατισμός ως λόγος˙ όσοι «αντιεξουσιαστές» συνωμοσιολόγοι προτιμούν την θεωρία του πνευματικού στηρίγματος αντί τη θεωρία της θρησκευτικής σύγκρουσης μεταξύ της ελίτ, αποδεικνύονται ασυνεπείς και αντιφάσκουν, αφού για όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις συνεχώς επικαλούνται ως αιτία τη «θρησκευτική διαμάχη» και «το φανατισμό που προκαλεί/προάγει η θρησκεία» (και πόσο χαίρονται όταν το επισημαίνουν).
4) Πιο εύκολα θα δίχαζε την Αυτοκρατορία κανείς Ρωμαίος ηγεμόνας, παρά θα την ένωνε, αν έπαιρνε το μέρος του 10% κατά του 90%, αν υποτεθεί πως είχε μοναδικό σκοπό του να την ενοποιήσει ψυχικά για πολιτικούς λόγους (κι όχι από δικό του πνευματικό ενδιαφέρον να γίνει Χριστιανός). Στη χειρότερη περίπτωση θα έβλαπτε τον εαυτό του και τις ηγεμονικές βλέψεις του, αν είχε σκοπό να στηριχτεί στο 10%, κατά του 90%.
5) Πώς ήταν τόσο σίγουρος ο Κωνσταντίνος λ.χ. ότι θα επικρατούσε με τη βοήθεια του 10%, αν δεν πίστευε ανιδιοτελώς ο ίδιος στο Χριστιανισμό και τη θεϊκότητά του; Άλλωστε την εποχή που πρωτοϋποστήριξε το Χριστιανισμό, το ποσοστό των Χριστιανών στρατιωτών του ήταν μικρό και οπωσδήποτε μικρότερο του ποσοστού των ειδωλολατρών.
6) Έχει υποστηριχθεί ότι ο Κωνσταντίνος είδε την αποφασιστικότητα των Χριστιανών μπροστά το θάνατο και σκέφτηκε ότι με τέτοιους οπαδούς θα ήταν ανίκητος. Αυτός ο ισχυρισμός εξουδετερώνεται από την γνώση του Κωνσταντίνου (και μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι ο Κωνσταντίνος είχε αυτήν τη γνώση) ότι οι Χριστιανοί ήταν λίγοι, οι Ρωμαίοι αριστοκράτες Χριστιανοί ακόμη πιο λίγοι, οι στρατιώτες Χριστιανοί λίγοι. Δεν ήταν, λοιπόν, τόσοι πολλοί οι «ατρόμητοι οπαδοί» ώστε να δείξουν τότε ότι μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη νίκη. Κι ούτε οι «ατρόμητοι οπαδοί» ήταν τίποτε φοβεροί πολεμιστές. Δεν ήταν κάποια εμπειροπόλεμη νομαδική φυλή˙ προέρχονταν από όλες τις φυλές της Αυτοκρατορίας. Ήταν φιλήσυχοι άνθρωποι, ατρόμητοι μόνο όταν επρόκειτο να αρνηθούν να λατρέψουν τον Αυτοκράτορα ως θεό, όχι όταν επρόκειτο να πολεμήσουν. Άλλωστε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος τηρούσε κατουσίαν ουδέτερη στάση ως προς το ζήτημα της επίσημης θρησκείας.
7) Φυσικά από ένα σημείο και μετά υπήρχε και η σκέψη του συμφέροντος και της ενότητας της Αυτοκρατορίας, που έκανε κάποιους ηγεμόνες να υποστηρίζουν το Χριστιανισμό (π.χ. ο Ιουστινιανός, τον 6ο αι., που υποτίθεται ότι απαγόρευσε σε Εθνικούς να διδάσκουν). Αλλά να υποστηρίζεται ότι ήταν μόνο αυτή η σκέψη η αιτία της υποστήριξης ή η αρχική αιτία της υποστήριξης προς το Χριστιανισμό, είναι αβάσιμο, δεδομένων όλων των παραπάνω. Τον 4ο και τον 5ο αι. η αιτία για την αρχική υποστήριξη από τους Αυτοκράτορες του Χριστιανισμού ήταν η πίστη τους (και η χριστιανική ανατροφή τους). Δυστυχώς όμως, όπως το γουρούνι βλέπει όλον τον κόσμο γουρουνίσιο, έτσι και ορισμένοι ψευδοαντιεξουσιαστές, αλλά στην πραγματικότητα κρυπτο-εξουσιαστές («αντιεξουσιαστές», όταν πρόκειται για ιδεολογίες άλλων˙ εξουσιαστές, όταν πρόκειται για τη δική τους ιδεολογία) με προβιά αντιεξουσιαστή ανακαλύπτουν – κρίνοντας εξ ιδίων (ή εξ ιδίας γκρούπας) τα αλλότρια – παντού και πάντα μυστικές συνωμοσίες, πράσινα καταχθόνια ανθρωπάκια, μόνο ανιδιοτέλεια κ.ά. «ορθολογικές» ερμηνείες. Άλλωστε «Δεν ήταν [ο Κωνσταντίνος] αυτός που του ‘δωσε θέση μέσα στην αυτοκρατορία. Ο χριστιανισμός αποτελούσε πια μια μεγάλη δύναμη που έτσι ή αλλιώς θα επιβάλλονταν. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν – κι αν δεν ήταν αυτός θα βρίσκονταν κάποιος άλλος – έγινε το όργανο του χριστιανισμού, ο εκφραστής και πολιτικός οργανωτής της χριστιανικής εκκλησίας» (Γ. Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, εκδ. Μπουκουμάνη, τ. β’, σ. 342).
Κανείς, φυσικά, δεν υποστηρίζει ότι αμέσως μόλις εκχριστιανίστηκαν οι Αυτοκράτορες, έπαψαν να φέρονται καταπιεστικά. Η ιστορία δεν είναι άσπρο-μαύρο. Το καλό και το κακό συνυπάρχουν σ’αυτήν, ακόμη και στα ίδια άτομα. Ακόμη και σήμερα πολλοί θεωρούν μέγα αμάρτημα της Εκκλησίας τη συμπόρευσή της με την εκχριστιανισμένη πλέον Ρωμανία. Γι’ αυτούς, κανονικά θα έπρεπε αυτό να μη γίνει, διότι έτσι «εκφυλίστηκε» και συμβιβάστηκε η Ορθοδοξία με την κρατική εξουσία. Αγνοούν οι μοραλιστές αυτοί ότι μέσα στους δώδεκα αιώνες «χριστιανικής» Ρωμανίας πολλοί μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας συγκρούστηκαν με την αυτοκρατορική εξουσία, τόσο λόγω θεολογικών όσο και κοινωνικών ζητημάτων. Αρκεί να θυμηθούμε τη σύγκρουση του Μεγάλου Αθανασίου με τον Κωνσταντίνο Α΄ και τον Κωνστάντιο Β’ (εξορίστηκε πέντε φορές), του Μεγάλου Βασιλείου με τον αρειανό αυτοκράτορα Βάλη, του Ιωάννη Χρυσόστομου (εξορίστηκε δύο φορές) με την αυτοκράτειρα Ευδοξία, τους παλατιανούς και τους πλουτοκράτες που καταλήστευαν το λαό, ή του Μάξιμου Ομολογητή (εξορίστηκε και βασανίστηκε) και του Ιωάννη Δαμασκηνού με τους Εικονομάχους αυτοκράτορες. Αρκεί να θυμηθούμε την αντίδραση της Εκκλησίας στις προσπάθειες των τελευταίων αυτοκρατόρων (από το 1280, στην σύνοδο της Λυών) να χρησιμοποιήσουν τη θρησκεία για πολιτικά παιχνίδια επιβάλλοντας με το ζόρι την ένωση των Εκκλησιών. Για την αναγνώριση του Χριστιανισμού από τη ρωμαϊκή εξουσία γράφει ο καθηγητής Ν. Ματσούκας «Πλείστοι όσοι ηθικιστές – ως θανάσιμη αμαρτία μετά τον έρωτα θεωρούν την εξουσία – υποστηρίζουν ότι η αναγνώριση αυτή σήμαινε και την παρακμή του Χριστιανισμού. Επειδή μήτε μανιχαϊστικά μήτε ηθικιστικά κρίνω την ιστορία, από δω και πέρα βλέπω τη χρυσή εποχή της Χριστιανοσύνης. Και βέβαια στην προκειμένη περίπτωση το ζητούμενο είναι τι έχει παραγάγει ως πνευματικούς καρπούς και πολιτιστικά αγαθά η χαρισματική κοινότητα της Εκκλησίας, και έπειτα ποια εξουσία άσκησε – αν ήταν μπορετό να ασκήσει – και πόση ιστορική κακοήθεια περιέβαλε την πορεία της εκκλησιαστικής ζωής» (Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής- Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναρά, σ. 395). «Πουθενά στην ιστορία δεν υφίσταται παραδεισιακή πορεία και νερόβραστα πράγματα˙ η ιστορία δεν γράφεται από κοκκινοσκουφίτσες. Μέσα στους αυτονόητους σκληρούς ανταγωνισμούς, τις κακοήθειες και ενίοτε μικρόνοιες πάλεψε η θεολογία σε αιμάτινη πορεία» (Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής- Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναρά, σ. 333). Οι Αποστολικοί κανόνες (κανόνας 30 (PG 137, 93A)) απειλούν με καθαίρεση και αφορισμό όποιον επίσκοπο χρησιμοποιήσει τη βοήθεια κοσμικού άρχοντα για να επικρατήσει στην Εκκλησία: «Εἴ τις ἐπίσκοπος κοσμικοῖς ἄρχουσι χρηςάμενος, δι’ αὐτῶν ἐγκρατὴς ἐκκληςίας γένοιτο, καθαιρείσθω καὶ ἀφοριζέσθω».
Άλλοι θα ισχυριστούν τα γνωστά περί καισαροπαπισμού, ότι δηλαδή ο Αυτοκράτορας στη Ρωμανία (Βυζάντιο) έλεγχε ασφυκτικά την Εκκλησία. Η Ελένη Αρβελέρ έχει άλλη γνώμη: «Η σχεδόν γενική πεποίθηση, σ' ό,τι αφορά το Βυζάντιο ότι η Εκκλησία είναι υποταγμένη στο Κράτος, πράγμα που εκφράζεται με τον "καισαροπαπισμό" δε μου φαίνεται ικανή να περιγράψει μια πραγματικότητα που έχει περισσότερες αποχρώσεις και είναι πολύ πιο περίπλοκη στις σχέσεις ανάμεσα στην κοσμική και στην πνευματική εξουσία. (...) Ο αυτοκράτορας, ως χριστιανός, εξαρτάται από τον πατριάρχη. Ο πατριάρχης, ως πολίτης του Κράτους, εξαρτάται από τον αυτοκράτορα. Το γεγονός αυτό προϋποθέτει τον απόλυτο διαχωρισμό, τη σαφή διάκριση, ανάμεσα στην αυτοκρατορική εξουσία και το ιερατείο, πράγμα που συνέβη στο Βυζάντιο. Έτσι η πλατιά διαδομένη θεωρία, που παρουσιάζει το βυζαντινό αυτοκράτορα ως ιερέα, δεν αντέχει καθόλου όταν εξετάζουμε τις πηγές. (...) Το διάβημα του Θεοδόσιου Α' απέτυχε και το προνόμο του αυτοκράτορα να μένει στο εσωτερικό του ιερού καταργήθηκε ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη.(...) Ο διαχωρισμός της αυτοκρατορικής από την εκκλησιατική εξουσία είναι ένα γεγονός που καθιερώθηκε από το βυζαντινό νόμο. Η βυζαντινή ιστορία αναφέρει πολλές απόπειρες πατριαρχών ή αυτοκρατόρων να διαταράξουν την ισοροπία αυτή. Αλλά, ας το επαναλάβουμε για ακόμα μια φορά, πρόκεται για εξαιρετικές περιπτώσεις κι όχι για διαρκείς καταστάσεις.(..) Αλληλεγγύη και συνενοχή ακόμα είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στην εκκλησία και το κράτος στο Βυζάντιο, πολύ περισσότερο από ότι ο "καισαροπαπισμός" ή ο "παποκαισαρισμός"» (Ε. Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκδ. Ψυχογιός, σ. 149, 150, 151).
Κάποιοι άλλοι ενοχλούνται από τη στάση της Εκκλησίας προς τον πόλεμο˙ τη βρίσκουν συμπορευόμενη με τις επιδιώξεις του εξουσιασμού. Στην πραγματικότητα και σ’αυτήν την περίπτωση η Εκκλησία βάλλεται από ανθρώπους δύο ακραίων, διαφορετικών αντιλήψεων. Έτσι, από τη μια οι εθνικιστές-Παγανιστές κατηγορούν την Εκκλησία και τους Χριστιανούς ότι αδιαφορούσαν για την άμυνα της Αυτοκρατορίας υποβοηθώντας έτσι την επικράτηση των βαρβάρων εισβολέων του 4ου – 5ου αι., ενώ οι αντιεθνικιστές την κατηγορούν ότι ευλογεί τα όπλα και τον πόλεμο. Στην πραγματικότητα η Εκκλησία θεωρεί ότι ο πόλεμος μόνο ως άμυνα και αυτοθυσία για την υπεράσπιση του αδύνατου δικαιολογείται εν μέρει («εν μέρει» διότι ο φόνος παραμένει φόνος). Ο στρατιώτης που σκοτώνει έναν εισβολέα για να υπερασπιστεί τους άμαχους δεν είναι «δολοφόνος» και δεν συγκατάσσεται στους δολοφόνους, όσον αφορά τα επιτίμια. Ταυτόχρονα όμως θεωρεί τον πόλεμο σατανική κατάσταση και επιβάλλει τριετή αποχή από την θεία Κοινωνία όσους σκοτώνουν σ’ αυτόν˙ επίσης αποσχηματίζει τους ιερείς που έχουν σκοτώσει (είτε σε πόλεμο είτε εν ειρήνη).
Έτσι ο Ωριγένης απαντώντας στον Κέλσο που θέτει ζήτημα στράτευσης των Χριστιανών για την άμυνα της Αυτοκρατορίας, απαντά (Κατά Κέλσου, 8, 73): «Όπως οι ιερείς των ειδώλων δεν στρατεύονται στους πολέμους, για να έχουν αναίμακτα και καθαρά από φόνους τα χέρια τους στις θυσίες, έτσι και οι Χριστιανοί δεν μετέχουν στους πολέμους», ενώ ο Τερτυλλιανός, στην ίδια εποχή παρατηρεί (Απολογητικός, 42 (PL 1, 556)) ότι οι Χριστιανοί υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία μαζί με τους Εθνικούς. «Εἴ τις κληρικὸς ἐν μάχῃ τινὰ κρούσας, καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κρούσματος ἀποκτείνας καθαιρείσθω διὰ τὴν προπέτειαν αὐτοῦ» (Αποστολικοί κανόνες, 66 (PG 137, 169A)). Ο Μέγας Βασίλειος γράφει (PG 32, 681B): «Τοὺς ἐν πολέμοις φόνους, οἱ πατέρες ἡμῶν, ἐν τοῖς φόνοις οὐκ ἐλογίσαντο. Ἐμοὶ δοκεῖ συγγνώμην διδόντες τοῖς ὑπὲρ σωφροςύνης, καὶ εὐσεβείας ἀμυνομένοις. Τάχα δὲ καλῶς ἔχει συμβουλεύειν, ὡς τὰς χεῖρας μὴ καθαρούς, τριῶν ἐτῶν τῆς κοινωνίας μόνης ἀπέχεσθαι». Όταν ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς ζήτησε από τον Πατριάρχη να ανακηρυχτούν οι πεσόντες στρατιώτες μάρτυρες του Χριστιανισμού, αυτός του απάντησε: «Πώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μάρτυρες ή ισότιμοι προς τους μάρτυρες αυτοί που σκοτώνουν και σκοτώνονται στους πολέμους, τη στιγμοί που οι θείοι κανόνες τούς υποβάλλουν σε επιτίμιο και τους εμποδίζουν για τρία χρόνια να προσέλθουν στη θεία κοινωνία;» (Ιω. Ζωναρά, Επιτομή ιστοριών, 26, 25, 22-23). Κανένας πόλεμος δηλαδή δεν είναι ιερός, όσο κι αν η υπεράσπιση των άοπλων της πατρίδας με δολοφονία του εισβολέα κατά τον πόλεμο δε συνιστά κακό. Είναι παράξενο οι Νεοπαγανιστές να κατηγορούν την Εκκλησία για αφιλοπατρία, ενώ αυτή θεωρεί κατά παραχώρηση καλό κι όχι κακό τον αμυντικό πόλεμο. Επίσης είναι παράξενο οι αντιεξουσιαστές, που κατά τα άλλα υποστηρίζουν τη βία ως τρόπο διευθέτησης του κοινωνικού βίου κι ως απολύτως δικαιολογημένη όταν εξυπηρετεί τις δικές τους ιδεολογίες/σκοπιμότητες, να εξοργίζονται που η Εκκλησία ευλογεί την άμυνα της χώρας. Δεν είναι αντιχριστιανική αυτή η ευλογία ούτε φιλοεξουσιαστική. Αντιχριστιανικό θα ήταν να ευλογούσε η Εκκλησία σφαγές αμάχων, εισβολή σε ξένα κράτη κι επιθετική συμπεριφορά˙ όπως αντιχριστιανικό είναι η αδιαφορία για την υποδούλωση και την αδικία.
«Η Εκκλησία δεν παρουσίασε ποτέ διδασκαλία για "δίκαιο πόλεμο", γιατί ο πόλεμος έχει πάντοτε στη βάση του κάποια ή κάποιες αδικίες. Αναγκάστηκε όμως να ανεχθεί κατ’ οικονομίαν ως "έλαττον κακόν" τον αμυντικό πόλεμο, στον οποίο καταφεύγει εξ ανάγκης ο προκαλούμενος ή αδικούμενος και καταδυναστευόμενος, προκειμένου να περισώσει σπουδαιότερα πράγματα. Παρόλα αυτά το "έλαττον κακόν" εδώ είναι πολύ σχετικό. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία από τον πόλεμο, γιατί αυτός σχεδόν ανεξαιρέτως παρασύρει όλους σε ηθική συμμετοχή στους φόνους. Γι’ αυτό και όσοι ακόμα δεν φονεύουν συνευδοκούν για τους φόνους σε βάρος των αντιπάλων. (...) Η ευλογία των πιστών που στρατεύονται και μετέχουν στον πόλεμο γίνεται κατανοητή από τη θέση στην οποία βρίσκεται ως μητέρα μπροστά σε μεγάλο κακό που δεν μπορεί να αποτρέψει» (Γεώργιου Ι. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική, εκδ. Πουρναράς, ΙΙ, σ. 474, 475). Όπως σημειώνει ο άγιος Αμβρόσιος ο Μεδιολάνων (De officiis ministrorum, I, 36, 178 (PL 16 81C)), παραπέμποντας στο παράδειγμα του Μωυσή που υπερασπίστηκε στην Αίγυπτο τον κακοποιούμενο Ισραηλίτη, όποιος δεν καταπολεμά την αδικία που γίνεται στον πλησίον του, ενώ μπορεί, βρίσκεται στο ίδιο κρίμα με αυτόν που την πραγματοποιεί.
Θα κάνουν λόγο ορισμένοι για τα προνόμια της Εκκλησίας κατά την Τουρκοκρατία ή τη χρησιμοποίησή της από το νεοελληνικό κράτος μετά το 1833. Η αλήθεια είναι πρώτον ότι τα προνόμια αυτά δόθηκαν από τον Πορθητή˙ δε τα ζήτησε ο Γεννάδιος Σχολάριος. Δεύτερον ότι και στις κατεκτημένες από τους Άραβες τον 7ο αι. περιοχές, οι Άραβες έδωσαν προνόμια στις τοπικές Εκκλησίες, ήταν δηλαδή ισλαμική παράδοση. Τρίτο, χωρίς τα προνόμια αυτά – που πολύ συχνά παραβιάζονταν – η Εκκλησία δε θα κατόρθωνε να αποτρέψει τον εξισλαμισμό όλων των υπόδουλων Ελλήνων (ότι ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821 από τον Γρηγόριο Ε’ έγινε δια της βίας κι άρα ήταν άκυρος και όχι σύμφωνος με τη θέληση του Πατριάρχη, διακηρύχτηκε από τον Υψηλάντη αμέσως μετά την έκδοσή του αφορισμού) κι όλοι σήμερα θα ήταν Τούρκοι, όπως οι Μικρασιάτες εξισλαμισμένοι. Όσο για τη χρησιμοποίησή της από το νεοελληνικό κράτος (ώς και τον Εμφύλιο και την περίοδο 1950-1974) περισσότερο φταίει ο Κοραϊσμός και οι Βαυαροί (Αντιβασιλεία) που κρατικοποίησαν και εκδυτίκισαν την Εκκλησία (με αντικανονική απόσχιση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και αντικανονικό κανονισμό), παρά η ορθόδοξη αντίληψη περί κράτους.
89e ΠΟΛΥΘΕΪΣΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣΜΟΣ
Αντί οι αντιχριστιανοί να χλευάζουν τόσο ελαφρά τη καρδία τον Χριστιανισμό, καλό θα ήταν να μάθουν, εκτός από τον χριστιανικό αντιεξουσιασμό, τον πολυθεϊστικό εξουσιασμό της Αρχαιότητας.
1) Καταρχήν, αφού η επικράτηση των Ολύμπιων έγινε μέσω της φρίκης της βίας, της κοπής των όρχεων του προηγούμενου θεού, αφού αυτή η πράξη ήταν σύμφωνη με τους Συμπαντικούς Νόμους, γιατί να μην επικρατεί και στους θνητούς τέτοια αντίληψη; Γιατί λ.χ. να μην κάνει δικτατορία όποιος διοικεί τα στρατεύματα μιας χώρας; Αφού «πόλεμος πάντων πατήρ». Δεν υπάρχει κανένας συσχετισμός αντιεξουσιασμού και Πολυθεΐας. Οι θεοί το μόνο που καταλάβαιναν ήταν η ωμή δύναμη˙ καταπίεζαν τους ασθενέστερους ανθρώπους και καταπιέζονταν από τους ισχυρότερους θεούς, όπως είδαμε στο τμήμα περί Δημοκρατίας.
2) Στην Ειδωλολατρική Ρώμη η Εξουσία πρόσταζε ότι η στρατιωτική θητεία διαρκούσε ώς τα 46 χρόνια, ενώ στην Αθήνα και τη Σπάρτη ολόκληρη τη ζωή (Θουκιδίδης, 1, 105˙ Πλούταρχου, Φωκίων, 24˙ Παυσανίας, 1, 26˙ Ξενοφώντα, Ελληνικά, 6, 4, 17). Πραγματικός αντιμιλιταρισμός και αντιεξουσιασμός.
3) Στην Ειδωλολατρική εποχή, όπως φαίνεται από τον Αριστοτέλη (Οικονομ., 2) «η περιουσία ήταν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του κράτους˙ αν η πολιτεία είχε ανάγκη χρημάτων, μπορούσε να διατάξει τις γυναίκες να της παραδώσουν τα κοσμήματά τους, τους πιστωτές να της χαρίσουν τα δάνεια, τους ελαιοπαραγωγούς να της παραχωρήσουν δωρεάν το λάδι της σοδειάς τους» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 345). Η ατομική περιουσία στη διάθεση των αρχόντων, δίχως δεύτερη κουβέντα.
4) Το κράτος είχε δικαίωμα να καθορίσει στην μεν Αθήνα την εργασία, στη δε Σπάρτη την αργία (Πλούταρχου, Λυκούργος, 24˙ Πολυδεύκης, 8, 42˙ Θεόφραστος, απ. 99). Οικονομικός εξουσιασμός. Και τώρα τα πιο παρανοϊκά δείγματα Αρχαιοελληνικού εξουσιασμού και Αρχαιοελληνικής ανελευθερίας.
5) Στη Λοκρίδα ο νόμος απαγόρευε στους άνδρες να πίνουν άκρατο οίνο˙ στη Ρόδο, στη Μίλητο, στη Μασσαλία, ο νόμος απαγόρευε το ίδιο πράγμα στις γυναίκες (Αθηναίος, 10, 33˙ Αιλιανού, Ποικίλη ιστορία, 2, 38˙ Θεόφραστος, απ. 117). Τι θα πιείτε και τι δε θα πιείτε (πιθανόν και πόσο θα πιείτε), το Αρχαίο Κράτος το αποφασίζει.
6) Η νομοθεσία της Σπάρτης καθόριζε την κόμμωση των γυναικών και η νομοθεσία της Αθήνας την ενδυμασία των γυναικών (Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων πολιτεία, 7˙ Θουκιδίδης, 1, 6˙ Πλούταρχου, Λυκούργος, 9˙ Πλούταρχου, Σόλων). Το κομμωτήριο και η γκαρνταρόμπα υπό το άγρυπνο μάτι του Αρχαίου Νομοθέτη και του Αρχαίου Κράτους.
7) Στη Ρόδο ο νόμος απαγόρευε το ξύρισμα της γενιάδας˙ στο Βυζάντιο τιμωρούσε με πρόστιμο όποιον κρατούσε στο σπίτι του ξυράφι. Στη Σπάρτη, αντίθετα, ο νόμος απαιτούσε να ξυρίζουν το μουστάκι (Αθηναίος, 13, 18˙ Πλούταρχου, Κλεομένης, 9). Κάτω τα χέρια από τα αρχαία μούσια σας˙ (και) αυτά ανήκουν στο Κράτος.
8) Στη Σπάρτη ο πατέρας δεν είχε κανένα δικαίωμα στην εκπαίδευση του παιδιού του. Τα άρπαζαν, λες και ήταν υποψήφιοι γενίτσαροι, στην τρυφερή ηλικία των 7 ετών, από τους γονείς τους. Η Αθήνα θέσπισε νόμο που απαγόρευε την εκπαίδευση των νέων χωρίς προηγούμενη άδεια των αρχών (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 2, 31). Γιατί; Το εξηγεί ο σοφός Πλάτωνας, αυτός που ο καημένος ο Χρυσόστομος είχε την ατυχία και το θράσσος να τον κατακρίνει: «Οι γονείς δεν πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι να στείλουν ή να μη στείλουν τα παιδιά τους στους διδασκάλους που διάλεξε η πολιτεία, γιατί τα παιδιά ανήκουν περισσότερο στην πόλη παρά στους γονείς τους» (Νόμοι, 804d). Σαν να λέγαμε σήμερα, αντιεξουσιαστικά πάντα, ότι τα παιδιά ανήκουν περισσότερο «εις το έθνος και τις ένοπλες δυνάμεις» και λιγότερο σ’ αυτούς που τα γέννησαν. Μεγάλος αντιεξουσιασμός, βέβαια!
9) Οι αρχαίοι, δήθεν «ελεύθεροι», πολίτες έπρεπε να συμμορφωθούν με όλους τους κρατικά καθορισμένους κανόνες της λατρείας, να παίρνουν υποχρεωτικά μέρος σε όλες τις πομπές, να συμμετέχουν στα ιερά δείπνα προς τιμή της επίσημης θρησκείας της πόλης κράτους. Στην Αθήνα λ.χ. ο νόμος τιμωρούσε αυστηρά όσους αρνούνταν να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα (Αθηναίος, 6, 26: Ὃς ἂν μὴ θέλῃ παρασιτεῖν, εἰσαγέτω εἰς τὸ δικαστήριον˙ επίσης Πολυδεύκης, 8, 46˙ Ουλπιανός, σχόλ. στο Δημοσθένη Κατά Μειδίου). Στην λατρεμένη από τους Ναζί, τον κάθε φασίστα και κάποιους «αμεσοδημοκράτες» Αρχαία Σπάρτη τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα: όποιος δεν έπαιρνε μέρος σ’ αυτά τα ιερά δείπνα (που διεξάγονταν καθημερινά), έστω και παρά τη θέλησή του, έπαυε αμέσως να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πολίτες (Αριστοτέλη, Πολιτικά, 2, 6, 2). Κατά την τελετή της ενηλικίωσής του, όταν γινόταν δεκτός ως πολίτης του κράτους, ο νέος έπρεπε να ορκιστεί ότι θα σέβεται πάντα τη θρησκεία της πόλης (Πολυδεύκης, 8, 106: καὶ ἱερὰ τὰ πάτρια τιμήσω). Στην Αθήνα, πριν αναλάβουν οι εννιά άρχοντες τα καθήκοντά τους, εξετάζονταν από επιτροπές, οι οποίες τους ρώταγαν, μεταξύ άλλων, αν πιστεύουν στους θεούς: «Όταν οι άρχοντες υποβάλλονται σε εξέταση, τους ρωτούν πρώτα (...). Κατόπιν τους ρωτούν αν πιστεύουν στον Απόλλωνα τον πατρώο και στο Δία τον έρκειο και πού βρίσκονται τα ιερά τους» (Αριστοτέλη, Αθηναίων πολιτεία, 55, 3). Είναι προφανής η θρησκευτική ελευθερία της Αρχαιότητας, σύμφωνα με τους Νεοέλληνες «ουμανιστές»! Ακόμη και οι νεοαγορασμένοι δούλοι ενός σπιτιού έπρεπε να ασπάζονταν την οικογενειακή λατρεία (Δημοσθένη, Κατά Στεφάνου, 1, 74˙ Αριστοτέλη, Οικονομικά, 1, 5˙ Κικέρωνα, De legibus, 2, 8 και 2, 11). Επίσης στην Ειδωλολατρική Αρχαιότητα συνιστούσαν ποινικά κολάσιμες πράξεις η αμφισβήτηση και η απιστία προς τον πολιούχο θεό, την επίσημη θρησκεία της αρχαίας Πόλης-Κράτους (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 1) και η προσωπική εισαγωγή στην πόλη μιας μη αναγνωρισμένης από το Κράτος ξένης τελετουργίας ή λατρείας προς ξένη θεότητα (Δημοσθένη, Περί της παραπρεσβείας, 281˙ Προς Βοιωτόν περί προικός μητρώας, 9˙ Προς Βοιωτόν περί του ονόματος, 9˙ Διονύσιου Αλικαρνασσέα, Περί Δεινάρχου, 11). Τόσο αντιεξουσιαστικό ήταν το αρχαίο κράτος αναφορικά με το ατομικό δικαίωμα στην επιλογή του προς λατρεία θεού, που πολλοί καταδικάζονταν για ασέβεια ακόμη και προς τις επίσημα αναγνωρισμένες θεότητες, λόγω μιας ιδιωτικής λατρευτικής τους πράξης, δίχως να προϋπάρχει νόμος που να την καταδικάζει ως ασέβεια (Ανδοκίδης, 1, 113). Έτσι ο καθένας κινδύνευε.
10) Η κρατικά επιβαλλόμενη πολυθεϊστική θρησκεία ήταν τόσο ρατσιστική, ώστε «κανείς, μη πολίτης, δεν είχε δικαίωμα να παρευρεθεί στις θυσίες. Ένα και μόνο βλέμμα του ξένου αρκούσε για να μολύνει την ιερή πράξη» (Πλούταρχου, Νουμάς, 9 και Κάμιλλος, 20˙ Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, 2, 66˙ Παυσανίας, 5, 15). «Οι εθνικοί θεοί δεν επιθυμούν να δεχθούν θυσίες και προσευχές παρά μόνον από τον πολίτη˙ απωθούν τον ξένο˙ του απαγορεύεται η είσοδος στους ναούς τους˙ η παρουσία του στις τελετές αποτελεί ιεροσυλία. Ο ποντίφικας που κάνει θυσία στο ύπαιθρο, έχει καλυμμένο το κεφάλι, "γιατί δεν πρέπει να αντικρύσει, κατά τη στιγμή που βρίσκεται μπροστά στην ιερή φλόγα, προσφέροντας θυσία στους εθνικούς θεούς, το πρόσωπο κάποιου ξένου και διαταραχθεί έτσι η ιερή πράξη" (Βιργίλιου, Αινειάδα, 3, 406)» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 299). Οι ξένοι δεν είχαν δικαίωμα ιδιοκτησίας, ούτε στην Αθήνα ούτε στη Ρώμη. Δεν είχε δικαίωμα γάμου ή πάντως ο γάμος του δεν ήταν αναγνωρισμένος (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 302). Γι’ αυτό, επειδή δεν μπορούσαν οι κάτοικοι δύο πόλεων-κρατών να λατρεύουν τους ίδιους θεούς (άρα και να είναι δυνάμει ισότιμοι πολίτες ενός κοινού κράτους), αν το ένα απ’ τα δύο κράτη κατακτούσε την άλλη πόλη-κράτος, τότε «η εισδοχή των νικημένων μέσα στο κράτος των νικητών ήταν μια σκέψη που δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό κανενός. Η πόλη-κράτος είχε θεούς, είχε ύμνους, γιορτές, νόμους, που αποτελούσαν πολύτιμη κληρονομιά των πατέρων της˙ δεν είχε σκοπό να τα μοιραστεί με τους νικημένους. (...) Κάθε νικητής, επομένως, είχε να επιλέξει την καταστροφή της νικημένης πόλης και την κατάληψη της γης της από τη μια ή την απόδοση της ανεξαρτησίας της από την άλλη. Μέση οδός δεν υπήρχε» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 315-316).
11) Το ολέθριο αξίωμα ότι η σωτηρία του Κράτους αποτελεί τον υπέρτατο νόμο διατυπώθηκε κατά την Ειδωλολατρική Αρχαιότητα (Κικέρων, De legibus, 3, 3), αντίθετα με την χριστιανική αντίληψη που περιγράψαμε παραπάνω.
12) Η δύναμη του αρχαίου Κράτους στις ψυχές των πολιτών ήταν τέτοια που κατέπνιγε ακόμη και τα πατρικά αισθήματά τους. Έτσι, μετά την μάχη των Λεύκτρων, όταν ανακοινώθηκε η ήττα του σπαρτιατικού στρατού στους Σπαρτιάτες και Σπαρτιάτισσες καθώς και ο χαμός των περισσότερων στρατιωτών, την άλλη μέρα, λέει ο Ξενοφώντας (Ελληνικά, 6, 16) στην πόλη έβλεπες να κυκλοφορούν χαρούμενοι και χαμογελαστοί εκείνοι που τα παιδιά τους είχαν σκοτωθεί, ενώ εκείνοι που τα παιδιά τους είχαν σωθεί και δεν είχαν σκοτωθεί ήταν θλιμμένοι και έμοιαζαν δυστυχείς.
13) Δεν πρέπει να ξεχνάμε τον... υπερφιλελεύθερο αντιεξουσιαστικό φόβο και τρόμο των πολυθεϊστών της Αρχαιότητας, όπως τον περιγράφει ο Πλάτωνας (Πολιτεία, 330d-e και 364 b-e), οι οποίοι, όσο πλησίαζαν τα γηρατειά, τόσο τρόμαζαν με τη σκέψη των βασανιστηρίων του Άδη και «πηδούσαν μέσα στον ύπνο, σαν τα παιδιά» και γι’ αυτό έτρεχαν από Μυστήρια σε Μυστήρια, να μυηθούν και να καθαρθούν, ώστε να μην τιμωρούνται στα μεταθανάτια βασανιστήρια του πολυθεϊστικού Μετέπειτα˙ άλλοι καλούσαν μάντεις, τελετουργούς και άλλους, ώστε να εξιλεωθούν από τα αμαρτήματά τους και να μη βασανίζονται στον Κάτω Κόσμο. Έναν ειδωλολατρικό Κάτω Κόσμο που δεν ήταν – για τους αρχαίους Πολυθεϊστές – πλάσμα της λογοτεχνικής φαντασίας τους, όπως οι σύγχρονοι αντιεξουσιαστές πιστεύουν, αλλά ένα τρομερό μέρος, που και οι θεοί φοβόντουσαν (Ιλιάδας Υ, 64-65 και Οδύσσειας ω, 6-9) ! Αυτή ήταν η «δίχως τύψεις και φόβο» Πολυθεΐα. Ακόμη και οι τελετουργίες έπρεπε να γίνονται με συγκεκριμένο τρόπο, τα λόγια να προφέρονται με αυστηρά καθορισμένη προφορά, διότι – οι Πολυθεϊστές πίστευαν – αλλιώς οι θεοί δεν δεσμεύονταν από τα ξόρκια και οι θνητοί κινδύνευαν από την οργή ή την αδιαφορία τους.
14) Έχουμε κάνει λόγο για τη συσσώρευση τεράστιου πλούτου, μέσω απατεωνίστικων τακτικών, που πέτυχαν τα παγανιστικά ιερατεία. Οι Εθνικοί ιερείς της Ύστερης Αρχαιότητας, σύμφωνα με τις επιστολές του Ιουλιανού «πίνουν στα καπηλειά, ασκούν επαγγέλματα και εργασίες αισχρές και κακόφημες» (430c). «Είναι ντροπή, τη στιγμή που οι ασεβείς Γαλιλαίοι τρέφουν κοντά στους δικούς τους και τους δικούς μας, να στερούνται οι δικοί μας τη βοήθειά μας» (430d) γράφει ο Ιουλιανός, δείχνοντας πώς περνούσαν τον καιρό τους οι Παγανιστές ιερείς. Επίσης το ξανατονίζει «Νομίζω ότι, επειδή συνέβη να παραβλέπονται οι φτωχοί από τους [Παγανιστές] ιερείς, εμπνεύστηκαν οι ασεβείς Γαλιλαίοι να αναλάβουν τούτη τη φιλανθρωπία», γράφει στον Παγανιστή αρχιερέα Θεόδωρο (φυσικά, δεν εμπνεύστηκαν από τα αδιάφορα για τη φτωχολογιά παγανιστικά ιερατεία, οι Χριστιανοί). Έτσι, ο πλούτος που οι απλοί Ειδωλολάτρες προσέφεραν στα παγανιστικά ιερά έμενε αχρησιμοποίητος, συσσωρευόταν σ’ αυτά, προς μεγάλη χαρά του πολυθεϊστικού ιερατείου, το οποίο γινόταν ζάμπλουτο και μπορούσε να επεμβαίνει στις πολιτικο-οικονομικές υποθέσεις της πόλης.
15) Το Αρχαίο Κράτος είχε απόλυτο δικαίωμα να επιβάλλει στους πολίτες του να παντρεύονται και τιμωρούσε όσους δεν παντρεύονταν ή αργούσαν να παντρευτούν ή έκαναν «κακό – κακό κατά την άποψη του Κράτους, βέβαια – γάμο». Ο Διονύσσιος Αλικαρνασσεύς που είχε εξετάσει τα αρχαία χρονικά της Ρώμης, λέει (IX, 22) ότι ανακάλυψε έναν παλαιό νόμο που υποχρέωνε τους νέους να παντρεύονται. Τα ίδια λέει κι ο Κικέρωνας (De legibus, 3, 2) κι ο Πολυδεύκης (3, 48) για τις ελληνικές πόλεις. «Κατά τον χειμώνα οι άρχοντες διέτασσον τους αγάμους να περιέρχωνται γυμνοί κυκλικώς την αγοράν, αυτοί δε, καθ’ όν χρόνον περιεφέροντο, απήγγελλον τραγουδούντες έν ποίημα, το οποίον είχε κατασκευασθή δια την ιδικήν των περίπτωσιν, ότι δηλαδή δικαίως υποβάλλονται εις αυτήν την τιμωρίαν, διότι επιδεικνύουν ανυπακοήν εις τους νόμους της πατρίδος. Επίσης οι άγαμοι είχον αποστερηθή των τιμητικών διακρίσεων και των περιποιήσεων, τας οποίας οι νέοι εσυνήθιζον να προσφέρουν εις τους μεγαλύτερους των κατά την ηλικίαν» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 15). Φυσικά, ο λόγος που το Αρχαίο Κράτος τιμωρούσε την επιλογή να μένεις ανύπαντρος δεν ήταν μεταφυσικός ούτε από «αγάπη για τη ζωή», αλλά εξουσιαστικός: έπρεπε να παράγονται συνεχώς κρεατόμαζες-«πολεμικές μηχανές» που θα σκοτώνονταν στους βλακώδεις άπειρους ενδοελληνικούς εμφύλιους πολέμους της πόλης-Κράτους.
16) «Βλέπουμε στο Ρωμαϊκό Δίκαιο και το βρίσκουμε επίσης στο δίκαιο των Αθηνών ότι ο πατέρας μπορούσε να πουλήσει το γιο (Πλούταρχου, Σόλων, 13˙ Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, 2, 26˙ Γάιος, 1, 117, 132˙ Ουλπιανός, 10, 1˙ Τίτος Λίβιος, 41, 8)» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 143). Ο Πλούταρχος αναφέρεται σε «παιδιά» κι όχι απλώς σε «γιο».
17) Ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές πως οι εθνικοί ιερείς εκλέγονταν και δεν υπήρχε κάστα ιερέων κατά την προχριστιανική εποχή. Τότε γιατί το πανάρχαιο γένος των Ευμολπίδων για δύο περίπου χιλιετίες διετήρησε το προνόμιο της πρωθιερουργίας στα Μυστήρια; Τότε γιατί το Αθηναϊκο γένος των Λυκομιδών διατηρούσε το κληρονομικό προνόμιο της διαδουχίας; Τα μυστήρια των Φλυών ανήκαν στην οικογένεια των Λυκομιδών˙ την ιέρεια της Αθηνάς Πολιάδας και τον ιερέα του Ποσειδώνα στο Ερέχθειο τους έπαιρναν από τους Ετεοβουτάδες (M. Nilsson, Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, εκδ. Παπαδήμα, σ. 260). Το προνόμιο της αριστοκρατίας, η εξήγηση των άγραφων παραδόσεων, στην Αθήνα επέζησε. Οι εξηγητές των ιερών νόμων ήταν πάντα μέλη της αριστοκρατίας, είτε τους είχε εξελέξει ο λαός είτε τους είχαν υποδείξει οι Δελφοί (M. Nilsson, Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, εκδ. Παπαδήμα, σ. 257). Στην Αθήνα συνέβαινε συχνά οι κάτοχοι του ιερατικού αξιώματος για μιαν ορισμένη λατρεία να περιορίζονται στα μέλη μιας ορισμένης οικογένειας. Αντιδημοκρατικότητα και σ’ αυτόν τον τομέα επιδεικνύει ο Πολυθεϊσμός.
«Μια ακόμη πλάνη ανάμεσα στις τόσες και τόσες της ανθρωπότητας είναι να πιστεύει κανείς πως το αρχαίο Κράτος παρείχε ελευθερίες στον άνθρωπο. Δεν είχε καν την ιδέα της ελευθερίας. Δεν πίστευε ότι μπορούσε να υπάρξη οποιοδήποτε δικαιωμα απέναντι στην πολιτεία και τους θεούς της. Θα δούμε ότι το πολίτευμα άλλαξε πολλές φορές σχήμα˙ αλλά η φύση του Κράτους έμεινε περίπου ίδια και η παντοδυναμία του δεν μετριάσθηκε ποτέ» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 350).
Τι να πει κανείς για τον «αντιεξουσιαστή» Αριστοτέλη, που θεωρούσε «παρέκβαση» τη δημοκρατία, τον Ηράκλειτο, που ισχυριζόταν «Νόμος είναι και η πειθαρχία στη θέληση του ενός» (απ. 33), «Παίρνουν τον όχλο για δάσκαλό τους, χωρίς να ξέρουν ότι οι πολλοί είναι κακοί και οι λιγοι καλοί» (απ. 104), τον Πλούταρχο που προτείνει ρητά την μοναρχία ως το πολίτευμα που στηρίζει τέλεια την αρετή, τον «προοδευτικό» Επίκουρο που προτίμησε το «ζήσε στα κρυφά», δηλαδή πρότεινε την αδιαφορία για το φαινόμενο της εξουσίας, τους τάχα «αναρχικούς» Κυνικούς που προτιμούσαν τη διέξοδο της ατομικής αλητείας αντί κάποιας συγκεκριμένης, κοινωνικά εφαρμόσιμης φιλοσοφικής αντιπρότασης στον Εξουσιασμό, ή τους φιλορωμαίους Στωικούς (ο αντιεξουσιαστής… Αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος ήταν Στωικός, φυσικά!), τους Νεοπλατωνικούς Πρόκλο, Ιάμβλιχο, φυσικά τον Πλωτίνο, που αδιαφόρησαν πιο επιδεικτικά από όλους για τον εξουσιασμό της εποχής τους – σα να ζούσαν ήδη στον κόσμο των Ιδεών, όπου δεν ετίθετο ζήτημα εξουσίας και εξουσιασμού – και είναι ζήτημα αν γνώριζαν τη λέξη «δημοκρατία», ή τον Πλάτωνα, τον κατεξοχήν Έλληνα, που βρίζει αισχρά και ειρωνεύεται ακόμη πιο αισχρά, σε ένα απίστευτα ογκώδες παραλήρημα (Πολιτεία, 555b-565a), τη δημοκρατία (τη θεωρεί το προτελευταίο χειρότερο πολίτευμα πριν το χείριστο (545c) βάζοντας τρία άλλα καλύτερα πολιτεύματα από πάνω της) και τον δημοκρατικό τύπο ανθρώπου: «Η μετάβαση από την ολιγαρχία στη δημοκρατία γίνεται με την απληστία να αυξήσει κανείς την περιουσία του» (565b), στη δημοκρατία μπορείς «να μην έχεις την υποχρέωση να αναλαμβάνης καμία δημόσια λειτουργία, ούτε πάλι να υπακούς σε καμμιά εξουσία, εάν δεν θέλης, ούτε να πηγαίνεις στον πόλεμο, ενώ οι άλλοι πηγαίνουν, ούτε να έχης ειρήνη, όταν έχουν οι άλλοι, αν δεν το επιθυμείς εσύ, ή, εάν κανείς νόμος σού αποκλείει το δικαίωμα να γίνης άρχοντας και δικαστής, εσύ μολαταύτα να γίνεσαι, εάν σου κατέβει στο κεφάλι» (557e) και «Δεν έτυχε να δης μέσα σε μια τέτοια [δημοκρατική] πολιτεία ανθρώπους που δικάστηκαν σε θάνατο ή σε εξορία, να μένουν και να τριγυρνούν ελεύθεροι και σα να μη τους προσέχει κανείς, να περιφέρωνται αρειμάνιοι καταμεσίς στην αγορά σαν ήρωες;» (558a) και «χωρίς [η δημοκρατική πολιτεία] να ενδιαφέρεται διόλου να γνωρίση με ποια προπαρασκευή έρχεται κανείς να ασχοληθή με την πολιτική, τον περιβάλλει με όλη της την εκτίμηση, και την υποστήριξη, αρκεί μόνο εκείνος να διακηρύττη ότι είναι φίλος του λαού. Μεγάλη, πραγματικά, γενναιοφροσύνη» (558b) και «ονομάζοντας την αυθαιρεσία καθωσπρεπισμό, την αναρχία ελευθερία, την ακολασία μεγαλοπρέπεια και την αναίδεια ανδρεία» (560e) και «ο [δημοκρατικός] άνθρωπος ζη χωρίς να κάνει καμιά διάκριση ανάμεσα στις αναγκαίες και στις περιττές ηδονές, που για να τις ικανοποιή δεν λογαριάζει ούτε χρήματα ούτε κόπους ούτε χρόνο» (561a) και «όσους πολίτες εξακολουθούν να υπακούν στους άρχοντες, τους εξευτελίζει [= η δημοκρατική κοινή γνώμη] λέγοντας ότι είναι εθελόδουλοι και δεν αξίζουν τίποτα» (562d) και, από την πολλή ελευθερία της δημοκρατίας, κατά τον Πλάτωνα, (προσέξτε τον ειρωνικό τόνο) «θα εισχωρήσει και μέσα στους κόλπους της οικογένειας και στο τέλος το μίασμα της αναρχίας θα μεταδοθή και σ’ αυτά ακόμη τα κατοικίδια ζώα. Οι πατέρες θα συνηθίσουν να θεωρούν τα παιδιά τους ίσους και όμοιους των και να φοβούνται τους γιους τους, το ίδιο και πάλι οι γιοι τους πατέρες, και ούτε θα σέβονται ούτε θα φοβούνται τους γονείς τους, για να είναι βέβαια ελεύθεροι. Οι μέτοικοι θα εξισωθούν με τους πολίτες, οι πολίτες με τους μέτοικους και οι ξένοι επίσης. Ο δάσκαλος φοβάται και περιποιείται τους μαθητές του, οι μαθητές καμμιά σημασία δε δίνουν στους δάσκαλους, οι γέροντες μιμούνται τους τρόπους των νέων, για να μη θεωρούνται τάχα φορτικοί και δεσποτικοί. Αλλά η πιο ανυπόφορη κατάχρηση της ελευθερίας, που συμβαίνει σε μια τέτοια [δημοκρατική] πολιτεία, είναι να βλέπεις τους δούλους και τις δούλες να απολαμβάνουν όχι μικρότερη ελευθερία από εκείνους που τους αγόρασαν. Ελησμόνησα να πω πόση ισονομία και ελευθερία επικρατεί εκεί στις μεταξύ ανδρών και γυναικών σχέσεις. Θα δυσκολεύονταν κανείς να το πιστέψη, αν δεν το ‘βλεπε αυτό, πόσο και αυτά τα ζώα, που βρίσκονται στην υπηρεσία των ανθρώπων, απολαμβάνουν εδώ μεγαλύτερη ελευθερία από παντού αλλού. Στο τέλος καταντούν να μη λογαριάζουν καθόλου και τους νόμους, είτε τους γραπτούς είτε τους άγραφους, για να μην έχουν κανέναν απολύτως κύριο» (562e-563d) και «κολλημένοι γύρω στο βήμα κάνουν φασαρία και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να έχη αντίθετη γνώμη» (564d) και (επικριτικά) «οι αρχηγοί [της δημοκρατίας] κατορθώνουν να αφαιρούν τις περιουσίες των πλουσίων και να τις μοιράζουν στο λαό, αφού, εννοείται, αυτοί κρατήσουν το μεγαλύτερο μέρος» (565a).
