π. Γεώργιος Μεταλληνός - Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ζ’ ΚΑΝΟΝΟΣ ΤΗΣ Β’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΑΠΟ Τους ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΝ/ΝΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟ
(συμβολή στην ιστορικοκανονική θεώρηση του προβλήματος περί του κύρους του δυτικού βαπτίσματος)
________________________________________
Κανών ζ’ της εν Κωνσταντινουπόλει Β’ Οικουμενικής Συνόδου (381)
Περὶ τοῦ πῶς δεκτέον τοὺς αἱρετικούς: Τοὺς προστιθεμένους τῇ Ὀρθοδοξία καὶ τῇ μερίδι τῶν σῳζομένων, ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καὶ συνήθειαν. Ἀρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρασκαιδεκατίτας, εἴτουν Τετραδίτας, καὶ Ἀπολλιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ Ἁγία τοῦ Θεοῦ Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους, πρῶτον τῷ ἁγίῳ μύρῳ τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ῥῖνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα· καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν· Σφραγὶς δωρεὰς Πνεύματος ἁγίου, Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστάς, τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα καὶ χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις, (ἐπειδὴ πολλοῦ εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῶν Γαλάτων χώρας ὁρμώμενοι), πάντας τοὺς ὑπ᾿ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ Ὀρθοδοξία, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα· καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους· εἴτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾶν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν.
(Ἀμ. Σ. Ἀλιβιζάτου, Οἱ ἱεροὶ Κανόνες καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ Νόμοι, ἐν Ἀθήναις 1949, σ. 38).
________________________________________
Περιεχόμενα
Πρόλογος στη Β΄ Έκδοση
Συντμήσεις
Εισαγωγικά
Α΄ Ερμηνεία του Κανόνος
1. Εκκλησιολογικές προϋποθέσεις
2. Γνησιότητα του Κανόνος
3. Ερμηνεία του Κανόνος
Β΄ Εφαρμογή του Κανόνος
1. "Αιρετικοί" οι Λατίνοι και "Αβάπτιστοι"
2. Οι Λατίνοι "Βαπτιστέοι"
3. Ερμηνεία της πράξεως της Ορθοδοξίας απέναντι στους Λατίνους
Γ΄ Κριτική Θεώρηση
1. Η στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου
2. Η ενέργεια του Πατριάρχου Κυρίλλου Ε΄
3. Η στάση της Ρωσίας
Επιλεγόμενα
Παράρτημα
1. Όρος της Αγίας του Χριστού Εκκλησίας περί του βαπτίσματος των Δυτικών (1755)
2. (Ανα)βαπτισμοί παπικών στην Επτάνησο κατά τον ΙΘ΄ αιώνα
3. Ανέκδοτη επιστολή Αλεξ. Στούρζα προς κ. Τυπάλδον
________________________________________
Πρόλογος στη Β΄ έκδοση
Η μελέτη αυτή γράφθηκε με συγκεκριμένη αφορμή, σχετιζόμενη με τις σημερινές διαχριστιανικές ή οικουμενικές σχέσεις και την φανερά αντίθεσή τους με την αυθεντική εκκλησιαστική παράδοση των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων και Μητέρων μας όλων των αιώνων. Τρεις Γερμανοί φοιτητές, που γνώρισα στην Κολωνία το 1978, έχοντας ήδη κατηχηθεί στην Ορθόδοξη παράδοση, μου ζήτησαν να αναλάβω την ολοκλήρωση της κατηχήσεώς τους και να τους «βαπτίσω» Ορθοδόξους. Αυτό σήμαινε να γίνουν δεκτοί από την Εκκλησία μας με το ένα και αυθεντικό βάπτισμά της τελούμενο εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, με τριπλή κατάδυση και ανάδυση εις το ύδωρ.
Γνωστού όντος, ότι οι Λατίνοι έχουν χαρακτηρισθεί αιρετικοί στην Η’ Οικουμενική Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κωνσταντινούπολη 879) για την αίρεση του «FILIOQUE» και ότι μετά την Σύνοδο του Τριδέντου (16ος αι. κ.ε.) έχει εξ ολοκλήρου χαθεί το κανονικό βάπτισμα στη Δύση και αντικατασταθεί με ράντισμα ή επίχυση, ζήτησα άδεια από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών για να γίνουν δεκτοί «κατ᾿ ακρίβειαν» από την Εκκλησία της Ελλάδος. Η άδεια δόθηκε αδίστακτα (διότι ουδέποτε είχε καταργηθεί αυτή η πράξη στην Εκκλησία της Ελλάδος) και το βάπτισμά τους έλαβε χώρα τη νύκτα του Μ. Σαββάτου του έτους 1979, κατά την πράξη της (αρχαίας) Εκκλησίας, στον Ιερό Πανεπιστημιακό ναό του «Αγίου Αντίπα».
Όταν το πράγμα έγινε γνωστό, δέχθηκα σφοδρές επιθέσεις εκ μέρους Λατίνων (στην Ελλάδα και τη Δ. Γερμανία), αλλά και από λατινίζοντες-φιλενωτικούς και Ουνίτες του ελλαδικού χώρου. Αυτό έδωσε αφορμή να αρχίσει ένας φιλολογικός αγώνας στα μέσα ενημερώσεως (τύπο, ραδιόφωνο, τηλεόραση), κατά την διάρκεια του οποίου απεφάσισα να γράψω μια θεολογική μελέτη για το ζήτημα, με σκοπό, όχι να δικαιωθεί η ενέργειά μου, που είχε άλλωστε την επιδοκιμασία της Εκκλησίας μου και, κυρίως, ήταν σύμφωνη με την Ορθόδοξη παράδοση, αλλά να εκτεθεί η σχετική ορθόδοξη διδασκαλία, μέσα από την ίδια την πράξη της Εκκλησίας μου.
Έτσι, με χαρά δέχθηκα την πρόσκληση του «Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών» (Θεσσαλονίκη) να συμμετάσχω στο διοργανούμενο τον Αύγουστο του 1981 συνέδριο με θέμα την Β’ Οικουμενική Σύνοδο διότι θα είχα την ευκαιρία, ασχολούμενος με τον σημαντικότατο Ζ’ Κανόνα της (και τον ομόλογό του 95 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου) να παρουσιάσω την ερμηνεία του από μεγάλες μορφές της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που όχι μόνον γνώριζαν όσο λίγοι, αλλά και εβίωσαν την παράδοση της Εκκλησίας μας.
Πιστεύω, ότι η μελέτη αυτή, που συμπέχθηκε μετά το Συνέδριο της Θεσσαλονίκης με την ιστορική εφαρμογή του Κανόνος, στα όρια της Ρωμαίικης Εθναρχίας, δίδει μιαν απάντηση στο πρόβλημα, που κατοχυρώνεται από την πατερική μας παράδοση και πίστη. Είναι δε, ιδιαίτερα σήμερα, ανάγκη να γνωρίζουμε καλά την παράδοση αυτή, μετά τον συσκοτισμό, που επέφερε η ασυγχώρητη σπουδή εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων στο θέμα του Οικουμενισμού και κυρίως των σχέσεων με την Λατινική Εκκλησία – ταυτιζόμενη με το «Κράτος του Βατικανού» - λόγω της αναμείξεως (και πάλι) καθαρά κοσμικών κριτηρίων στο λεγόμενο «Οικουμενικό Διάλογο». Αυτή η πορεία οδήγησε στην πρόσφατη απόφαση της Ζ’ Συνελεύσεως της Ολομελείας της Διεθνούς Μεικτής Επιτροπής του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου Καθολικών και Ορθοδόξων (17-24 Ιουνίου 1993, Balamand του Λιβάνου). Ούτε λίγο ούτε πολύ, οι εκπρόσωποι των εννέα Ορθοδόξων Εκκλησιών, που εκπροσωπήθηκαν στη συνάντηση αυτή (απουσίαζαν οι Εκκλησίες Ιεροσολύμων, Γεωργίας, Ελλάδος, Σερβίας, Βουλγαρίας και Τσεχοσλοβακίας), προτείνουν στις Εκκλησίες των την αμοιβαία αναγνώριση των μυστηρίων, παραθεωρώντας τις Οικουμενικές Συνόδους, το δόγμα και την ιστορία, και ζητώντας έτσι την De Facto ένωση με τον παπισμό. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο ότι το θεολογικό κείμενο της Balamand, στην παράγραφο 13 προσθέτει το εξής: «Είναι σαφές, ότι εντός του πλαισίου τούτου αποκλείεται πας αναβαπτισμός»... Βέβαια η θεολογικά ορθή απάντηση σ᾿ αυτά είναι ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία, βάσει της αυτοσυνειδησίας της, δεν αναβαπτίζει τους προσερχομένους σ᾿ αυτήν ετεροδόξους, αλλά κανονικώς βαπτίζει, τους μη έχοντας δεχθεί το ένα και κανονικό βάπτισμα της Εκκλησίας. Αυτή είναι, άλλωστε, και η απάντηση των συγγραφέων, την μαρτυρία των οποίων επικαλούμεθα στην παρούσα μελέτη. Παρ᾿ όλα αυτά, η άνευ ετέρου τυχόν, αναγνώριση εκ μέρους μας των μυστηρίων των Λατίνων (και κυρίως της Ιερωσύνης) οδηγεί στην απόρριψη όλης της εκκλησιολογίας μας, των Οικουμενικών Συνόδων και συλλήβδην της πατερικής θεολογίας, βάσει της οποίας δεν υπάρχουν μυστήρια στους Λατίνους, οι οποίοι μάλιστα μιλούν ακόμη για «gratia creata». Γι᾿ αυτό ευχόμεθα και από την θέση αυτή, οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, με την ενίσχυση μάλιστα των έξι Εκκλησιών, που δεν έλαβαν μέρος στην παραπάνω Συνέλευση και δεν υπέγραψαν τις αποφάσεις της, να μην προχωρήσουν στην αποδοχή, της προτάσεως των εκπροσώπων των στο Balamand, διότι εν εναντία περιπτώσει προβλέπονται δυσμενέστατες εξελίξεις, που θα θίξουν καίρια την ορθόδοξη ενότητα.
Η εργασία αυτή δημοσιεύθηκε αρχικά στην (απλή) καθαρεύουσα. Η μεταφορά στην απλοελληνική έγινε (με δική του πρωτοβουλία) από τον διευθυντή των εκδόσεων «ΤΗΝΟΣ» κ. Αθανάσιο Σ. Λαγουρό, που ανέλαβε και την έκδοσή της. Του είμαι, συνεπώς, διπλά ευγνώμων και εύχομαι τόσο σ᾿ αυτόν, όσο και στις εκδόσεις, που επιτυχώς διευθύνει, πλούσια ευλογία, για να συνεχίζουν την θεοφιλή προσφορά τους.
π. Γ. Δ. Μ. Πάσχα 1996.
________________________________________
Συντμήσεις
Ε = Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, Επιτομή των Ιερών Κανόνων (ανέκδοτος).
Π = Πηδάλιον... υπό Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Αθήναι 1976.
Μ = Αθανασίου Παρίου, Ότι οι από Λατίνων επιστρέφοντες, αναντιρρήτως, απαραιτήτως και αναγκαίως πρέπει να βαπτίζωνται και Επιτομή... των θείων, της πίστεως δογμάτων... Εν Λειψεία της Σαξωνίας 1806 (αποσπάσματα, παρά Θεοδωρήτου Μοναχού, Αγιορείτου, Μοναχισμός και Αίρεσις, Αθήναι 1977, σ. 263 ε.ε.).
Ο = Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, εκδιδόντος Σοφ. Κ. του εξ Οικονόμων, τόμος Α’, Αθήνησι αωξβ’, σελ. 398-515.
________________________________________
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Η συζήτηση περί το κύρος του βαπτίσματος των προσερχομένων στην Ορθοδοξία ετεροδόξων, πρόβλημα αρχαιότατο της Εκκλησίας[1], οξύνθηκε περί τα μέσα του ΙΗ’ αιώνος στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επί πατριαρχίας Κυρίλλου Ε’[2] (1750-κ.ε.). Η ανακίνηση του προβλήματος από τον Πατριάρχη αυτόν, ο οποίος επέβαλε τον (ανα) βαπτισμό στους Δυτικούς, προκάλεσε έντονες διαμάχες, που αποτυπώνονται σε μια πλουσιότατη φιλολογική παραγωγή[3], ώστε η υπόθεση αυτή, όπως και η «έρις των κολλύβων» που ξέσπασε την ίδια εποχή, να σφραγίσουν θεολογικά τον σχετικά πτωχό σε θεολογικό ενδιαφέρον ΙΗ’ αιώνα.
Επειδή το ζήτημα του τρόπου της παραδοχής των (αρχαίων) αιρετικών λύθηκε συνοδικά από την αρχαία Εκκλησία, πλην άλλων και δια του Ζ’ κανόνος της Β’ Οικουμενικής Συνόδου[4], ήταν εύλογο, στις προτεινόμενες προς ρύθμιση του θέματος λύσεις, να επιχειρείται ερμηνεία του κανόνος αυτού, εφαρμοζομένου τώρα στην περίπτωση των νεωτέρων αιρετικών, δηλαδή των Δυτικών εν γένει και ειδικότερα των Λατίνων.
Μέσα σ’ αυτή την προοπτικήν είδαν τον εν λόγω βασικότατο για το πρόβλημα κανόνα, κατ’ αναπόδραστη ανάγκη, ως τέκνα της εποχής των, και οι Κολλυβάδες του Αγίου Όρους[5], ικανότατοι θεολόγοι, οι οποίοι έχοντας ζήσει, ως σύγχρονοι, από κοντά την έριδα[6] για το βάπτισμα των ετεροδόξων, έλαβαν απέναντί της θέση στα συγγράμματά των και έδωσαν απάντηση στο πρόβλημα σύμφωνα με τις θεολογικές των αρχές. Ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης[7], ο και αρχηγός του κινήματος των Κολλυβάδων, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης[8] και ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος[9], με απόλυτη ομοφωνία μεταξύ τους, τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ της αποφάσεως του Πατριάρχου Κυρίλλου και της θεολογίας Ευστρατίου του Αργέντη (1687-1757)[10], ο οποίος καθόρισε τα θεολογικά και κανονικά πλαίσια του προβλήματος κατά τρόπο προγραμματικό και αποφασιστικό. Τη θεώρηση και λύση του προβλήματος από τον Ε. Αργέντη καταφάσκουν[11] και επαναδιατυπώνουν κατά τον ίδιο τρόπο καθένας απ’ τους ανωτέρω Κολλυβάδες[12], συνεχίζοντας την κανονικά διατυπωμένη από τους αγίους Κυπριανό Καρχηδόνος και Μ. Βασίλειο αρχαία εκκλησιαστική πράξη. Το γεγονός δε, ότι ένας από τους δραστηριοτέρους συνεργάτες του Πατριάρχου Κυρίλλου Ε’ στην Κωνσταντινούπολη και «αναβαπτιστής», ο Ιερομόναχος Ιωνάς[13], ήταν Καυσοκαλυβίτης, που σημαίνει συμμοναστής του Νεοφύτου, δεν πρέπει, νομίζω, να μείνει απαρατήρητο. Ίσως το αγιορείτικο περιβάλλον, και εν προκειμένω ο Νεόφυτος, να έχουν στο πρόβλημα αυτό σημαντικότερη ανάμιξη απ’ όση είναι μέχρι σήμερα γνωστή. Αλλά τούτο δεν αποτελεί την στιγμή αυτή παρά απλή εικασία, που αξίζει να τύχει περαιτέρω διερευνήσεως.
Περί τα μέσα του ΙΘ’ αι. κλήθηκε, για σπουδαία αφορμή (υπόθεση Πάλμερ), να αντιμετωπίσει θεολογικά το ίδιο πρόβλημα ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων[14], ο οποίος, κατά την προσφιλή του συνήθεια, σε τρεις μακρές επιστολιμαίες διατριβές του[15] επιχείρησε διεξοδική ανάλυση του προβλήματος, συντασσόμενος με την γραμμή του Κυρίλλου του Ε’, του Αργέντη, και κατά συνέπεια και των Κολλυβάδων[16], ερμηνεύοντας με τις δικές του προϋποθέσεις, αλλά ομόψυχα μ’ αυτούς, τον ζ’ της Β’, προκειμένου να τον εφαρμόσει στους επιστρέφοντες Δυτικούς. Όπως δηλαδή στην περίπτωση των Κολλυβάδων, έτσι και στον Οικονόμο, η ερμηνεία του κανόνος δεν ενεργείται απροϋπόθετα, αλλά συμπλέκεται άρρηκτα με την εφαρμογή του στους νεωτέρους αιρετικούς. Έτσι καταβάλλεται προσπάθεια από τους θεολόγους αυτούς διατηρήσεως της συνεχείας της εκκλησιαστικής παραδόσεως και εκφράσεως της ορθοδόξου συνειδήσεως στην εποχή των. Κινούμενοι στο ίδιο πνευματικό κλίμα και διαθέτοντας υψηλό θεολογικό και κυρίως κανονολογικό οπλισμό, παρέχουν σημαντική συμβολή στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί την Ορθοδοξία ακόμη και σήμερα. Η συμβολή τους δε, δεν έγκειται τόσο στην ερμηνευτική πρωτοτυπία – ουσιαστικά επαναλαμβάνουν την θεολογία του Αργέντη -, αλλά στην προσωπική αναχώνευση και επανέκφραση της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Η απάντησή τους, παρ’ ότι σε μια μορφή, που επεβλήθη από την ανάγκη διεξοδικής αντιμετωπίσεως της επιχειρηματολογίας των άλλων φρονούντων[17], είναι αδύνατον να μη ληφθεί σοβαρά υπόψη σε οποιονδήποτε συνοδικό διακανονισμό του ζητήματος, όπως επιβάλλει το κύρος, το οποίο – πέρα από κάθε αντίρρηση[18] - έχουν στην Εκκλησία μας τόσο οι Κολλυβάδες, όσο και ο Κ. Οικονόμος. Ο τρόπος διαπραγματεύσεως του προβλήματος από αυτούς τους συγγραφείς, παρά τη σχολαστικότητά του, είναι φυσικό σε κάποιο ποσοστό να απωθεί την μέρα με τη μέρα αποσχολαστικοποιουμένη σύγχρονη ελληνική θεολογική σκέψη. Αν όμως τοποθετηθεί στο πλαίσιο της εποχής των, κατανοείται ευκολότερα, αλλά και συγχρόνως μας βοηθεί στην αντιμετώπιση αναλόγων προβλημάτων της εποχής μας. Είναι περιττό να λεχθεί ότι η παρούσα μελέτη έχει χαρακτήρα κατά κύριο λόγο ιστορικοφιλολογικό και κανονολογικό, παράλληλα όμως και δεοντολογικό.
________________________________________
[1] Την ιστορία του προβλήματος βλ. στου: Ι. Ν. Καρμίρη, «Πως δει δέχεσθαι τους προσιόντας τη Ορθοδοξία ετεροδόξους...», Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας, τόμ. ΙΙ, εν Αθήναις 1953, σ. 972-1050 (972-1025). Tim. Ware, Eustratios Argenti, A study on the greek church under the Turkish rule, Oxford 1964, σελ. 65 ε.ε. – Evêque Pière l’ Hulier, «Les divers modes de reception des Catholiques-Romains dans l Orthodoxie», στο: Le Messager Orthodoxe, 1 (1962), σ. 15-23. – Ιερ. Ι. Κοτσώνη, άρθρον: Αιρετικών βάπτισμα, Θ.Η.Ε. 1 (1962), στ. 1092-1095.- Αν. Χριστοφιλοπούλου, «Η εις την Ορθοδοξίαν προσέλευσις των αλλοθρήσκων και ετεροδόξων», ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΖ’ [1956], ΣΕΛ. 53-60, 196-205. Στα έργα αυτά βρίσκεται και η περαιτέρω βιβλιογραφία. Βλ. επίσης – Gerhard Podskalsky, Griechishe Theologie in der Zeir der Türkenherrschaft 1453-1821, σ. 35 (βιβλιογραφία στον αρ. 96)· σχετ. – Βασίλειος Ν. Γιαννόπουλος, Η αποδοχή των αιρετικών κατά την Ζ’ Οικουμενικήν Σύνοδον, Αθήναι 1988 (ανάτ. εκ περ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΝΘ’ [1988], ΣΕΛ. 530-579. – Dorothea Wendeburg, «Taufe und Oikonomia. Zur Frage der Wiedertaufe in der Orthodoxen Kirche», Kirchengemeinschaft – Anspruch und Wirklichkeit. Festschrift für G. Kretschmar (Στουτγάρδη, 1986), σελ. 93-116.- Lothar Heiser, «Die Taufe in der Orthodoxen Kirche» (Geschichte, Spendung und Symbolik nach der Lehre der Väter, Trier, 1987).
[2] Επατριάρχευσε από 1748-1751 και το β’, από 1752-1757. Βλ. γι’ αυτό: Ε. Σκουβαρά, «Στηλιτευτικά κείμενα του ΙΗ’ αιώνος (Κατά Αναβαπτιστών)», Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher τ. 20 (1970), σελ. 50-227 (και σ’ ανάτυπο), βλ. σελ. 58-60, όπου και βιβλιογραφία. Σπουδαίο είναι το άρθρο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, στη Θ.Η.Ε. 7 (1965) στ. 1193-1197. Πρβλ. του ιδίου, «Ο Πατριάρχης Κ/λεως Κύριλλος», ΕΕΒΣ, τ. ΚΘ’ (1959),σελ. 367-389.
[3] Συγκεντρώθηκε στο παραπάνω έργο του Ευαγγ. Σκουβαρά. Για το συνοδικό και θεολογικό υλικό β΄. J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, τόμ. 38, Graz 1961 (=Paris 1907), στ. 367-389.
[4] Ο 95ος της Πενθέκτης δεν είναι παρά επανάληψή του. Το κείμενό του έχει ως εξής: Κατ’ αρχήν επαναλαμβάνεται ο ζ’ κανών της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, εν συνεχεία δε προστίθεται: «Και τους Μανιχαίους δε, και τους Ουαλεντινιανούς, και Μαρκιωνιστάς, και τους εκ των ομοίων αιρέσεων προσερχομένους, ως Έλληνας δεχόμενοι, αναβαπτίζομεν· Νεστοριανούς δε, Ευτυχιανιστάς, και Σεβηριανούς, και τους εκ των ομοίων αιρέσεων χρη ποιείν λιβέλλους, και αναθεματίζειν την αίρεσιν αυτών, και Νεστόριον, και Ευτυχέα, και Διόσκορον, και Σεβήρον· και τους λοιπούς εξάρχους των τοιούτων αιρέσεων και τους φρονούντας τα αυτών, και πάσας τας προαναφερομένας αιρέσεις, και ούτω μεταλαμβάνειν της αγίας κοινωνίας».
[5] Βλ. Χρ. Σ. Τζώγα, Η περί μνημοσύνων έρις εν Αγίω Όρει κατά τον ιη’ αιώνα, Θεσσαλονίκη 1969 (με πλούσια βιβλιογραφία). – Κων. Κ. Παπουλίδη, Το κίνημα των Κολλυβάδων, Εν Αθήναις 1971.- Του ιδίου, «Nicodème l’ Hagiorite (1749-1809)», Θεολογία ΛΖ’ (1966), σ. 293-313, 390-415, 576-590 και ΛΗ’ (1967), σ. 95-118, 301-311.- Του ιδίου, «Περίπτωσις πνευματικής επιδράσεως του Αγίου Όρους εις τον βαλκανικόν χώρον κατά τον ΙΗ’ αιώνα», στα Μακδεονικά9 (1969), σ. 278-924.- Χαρ. Γ. Σωτηροπούλου, «Κολλυβάδες – Αντικολλυβάδες», Αθήναι 1981 (= ανατ. εκ του τιμητικού τόμου εις τον Καθηγ. Γεράσιμον Κονιδάρην «Αντίδωρον πνευματικόν»).
[6] Χαρακτηριστικά σημειώνει ο άγιος Νικόδημος, μετά από διεξοδική αναφορά στο κύρος του βαπτίσματος των αιρετικών, ερμηνεύοντας τον μς’ αποστολικό κανόνα: «Όλη τούτη η θεωρία, οπού έως τώρα εκάμαμεν εδώ, δεν είναι περιττή, μάλιστα είναι και αναγκαιοτάτη, απλώς μεν δια κάθε καιρόν μάλιστα δε την σήμερον δια την μεγάλην λογοτριβήν και πολλήν αμφισβήτησιν, οπού γίνεται δια το των Λατίνων βάπτισμα, όχι μοναχά αναμεταξύ ημών και των Λατίνων, αλλά και μεταξύ ημών και των Λατινοφρόνων». Π. σ. 55.
[7] Έζησε ± 1713-1784. Βλ. Χ. Τζώγα μν. έργ., σ. 16-28, Κ. Παπουλίδη, Το κίνημα..., ένθ. ανωτ., σ. 30-32.- Μοναχού Θεοδωρήτου (= Ιωάννου Μαύρου), Νεοφύτου Ιεροδιακόνου Καυσοκαλυβίτου, Περί της συνεχούς [συχνής] μεταλήψεως, Εισαγωγή-Κείμενον ανέκδοτον-Σχόλια, Αθήναι (ά. χρ. [1993²]).
[8] Έζησε 1749-1809. Βλ. Χ. Τζώγα, μν. έργ., σ. 46-51. Κ. Παπουλίδη, Το κίνημα..., σ.35-37 και τα υπόλοιπα έργα της σημ. 4. Σπουδαία είναι η μονογραφία του π. Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αθήναι 1959. Βλ. επίσης George S. Bebis, «St. Nikodemos the Hagiorite», in Post-byzantine Ecclesiastical Personalities, σελ. 1-17· Podskalsky, σελ. 377-382 (με εκτενή βιβλιογραφία) · C. Carnavos, St. Nikodemos the Hagiorite: An Account in his Life, Character and Message, together with a Comprehensive List of his Writings and Selections of Them. (Belmont, MA: 1974· 2η έκδ. 1979).
[9] Έζησε 1722-1813. Βλ. Χ. Τζώγα μν. έργ., σ. 29-43, - Παπουλίδη, Το κίνημα..., σ. 37-39. Podskalsky, σελ. 358-365 (με βιβλιογραφία).
[10] Timothy Ware, Oxford 1964. Περί του προβλήματος, βλ. σ. 37-39.
[11] Οι θεολόγοι έχουν υπ’ όψιν το έργο του Αργέντη, Εγχειρίδιον περί βαπτίσματος..., α’ έκδ. εν Κων/πόλει 1756 και β’ εν Λειψία 1757, στο οποίο και παραπέμπουν. Νικόδημος· Π. σ.35/36, 55· Αθ. Πάριος· Μ, σ. 266 και Ο, σ. 511. Ο δε Νεόφυτος επικαλείται την απόφαση Κυρίλλου του Ε’. Ε’, 147 κε’.
[12] Ελάβαμε υπ’ όψιν τα ακόλουθα έργα τους, στα οποία βρίσκεται εκτεθειμένη η σχετική διδασκαλία των:
α. Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, Επιτομή των Ιερών Κανόνων, «περίφημον» χαρακτηριζόμενο από τον Χ. Τζώγα (σ. 26) και αποτελούμενο από 1227 ανισομεγέθη φύλλα. Βρίσκεται ακόμη ανέκδοτο στο υπ’ αριθμ. 222 (=295) Χφον της Ακαδημίας Βουκουρεστίου, fol. 2a – 1227. Bl. C. Litzica, Catalogul Manuscriptelor Grecesti, Bucuresti 1909, σ. 150. Πρβλ. Μοναχού Θεοδωρήτου, Ο Νομοκάνων Νεοφύτου του Καυσοκαλυβίτου, στη: Κοινωνία ΙΗ’ (1975) σ. 197-206. Ο Μοναχός Θεοδώρητος έχει έτοιμη την κριτική έκδοση του έργου, πολύ φιλόφρονα δε μας παρεχώρησε τμήμα του, που περιλαμβάνει τα κεφάλαια: α. «Περί των προσερχομένων τη Ορθοδοξία», σελ. 126-147 ιζ’ και β. «Περί του Εβδόμου Κανόνος της Δευτέρας Οικουμενικής και του 95 της Έκτης» (φ. 147κ-147κε’), γι’ αυτό και του εκφράζουμε ευχαριστίες και ευγνωμοσύνη. Ο π. Θεοδώρητος δέχεται ότι το έργο τούτο γράφτηκε κατά την διαμονή του συγγραφέα στο Άγιον Όρος, δηλαδή μέχρι το 1759 (όπως βλ. Περί της συνεχούς...., ένθ. Ανωτ., σ. 33) και το συμπλήρωσε με νεώτερες προσθήκες μέχρι τον θάνατό του (1784). – Τμήμα του παραπάνω α’ κεφαλαίου δημοσίευσε ο π. Θεοδώρητος στο βιβλίο του: Μοναχισμός και αίρεσις, Αθήναι 1977, σ. 254-257 (τις σσ. 126-27 και 147-148 του έργου). Από το έργο του Νεοφύτου γίνεται φανερό ότι γνώριζε καλά την επιχειρηματολογία των αντιπάλων Κυρίλλου του Ε’. Ακολουθούμε την αρίθμηση του Χφου από τον Μοναχό (Ιερομόναχο σήμερα) Θεοδώρητο.
β. Νικοδήμου Μοναχού (Αγιορείτου), Πηδάλιον. Α’ Έκδοση, Λειψία 1800. εδώ έχουμε υπ’ όψιν την 8η έκδοση του έτους 1976, που έγινε στην Αθήνα. Κατά το βαθύ μελετητή των έργων του Αγίου, π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, το Πηδάλιον «ανήκει εξ ολοκλήρου εις τον Άγιον» (μν. έργ., σ. 214/5). Σε πολλά σημεία του Πηδαλίου ο άγιος Νικόδημος αναφέρεται στον ζ’ της Β’, ιδιαίτερα στην ad hoc ερμηνεία του, όπως και του 95ος της Πενθέκτης.
γ. Αθανασίου Παρίου, Επιτομή των θείων της πίστεως δογμάτων, Εν Λειψία της Σαξωνίας 1806. Τμήμα μικρόν του έργου στου π. Θεοδωρήτου Μοναχού Αγιορείτου, Μοναχισμός και αίρεσις, όπ. Παρ., σ. 265-268. Ο Αθανάσιος Πάριος συνέγραψε και ειδική σύντομη μελέτη υπό τον τίτλο: «Ότι οι από Λατίνων επιστρέφοντες αναντιρρήτως, απαραιτήτως και αναγκαίως πρέπει να βαπτίζωνται», που σώζεται στον υπ’ αριθμ. 88 κώδ. Ιεράς Μονής Ξενοφώντος, σ. 394-7 και που δημοσιεύθηκε από τον Μοναχό Θεοδώρητο, μν. έργ., σ. 263-265.
[13] Βλ. Ε. Σκουβαρά, Στηλιτευτικά κείμενα, ένθ. ανωτ., σ. 68-71.
[14] Ο Οικονόμος εκλήθη από τον διαμένοντα στην Ρωσία Αλ. Στούρζα να λάβει θέση στο πρόβλημα, το οποίο προκάλεσε η περίπτωση του διαβοήτου Σκώτου διακόνου William Palmer, που τόσο καταλαιπώρησε την Ρωσική Εκκλησία, όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από την αφορμή αυτή συνέγραψε ο Οικονόμος τις εν συνεχεία αναγραφόμενες μελέτες. Βλ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα... , Α’ σ. 498. 494. Περί Palmer βλ. T. Ware, μν. Έργ., 103-104 (βιβλιογρ.) και Γεωργίου Φλωρόφσκυ (μετάφρ. Παν. Κ. Πάλλη), Θέματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Θεσ/νίκη 1979, σ. 263-276 (βιβλιογρ.). Πρβλ. σελ. 354 ε (= σημ. 23-26).
[15] Αυτές είναι: α. Μερικές σημειώσεις στην ανώνυμη διατριβή «περί του τύπου του μυστηρίου του Αγίου Βαπτίσματος» (1.3.1850). β. Απόσπασμα από κάποια Επιστολή προς τον Αλ. Στούρζα, για την ίδια υπόθεση (2.3.1847) και γ. Επιστολή προς κάποιον Επίσκοπο (30.12.1852). Εκδεδομένα στο Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα Σωζόμενα Εκκλησιαστικά Συγγράμματα (εκδιδόντος Σοφοκλ. Κ. Οικονόμου), τόμος Α’, Αθήνησι, σωξβ’, σελ. 398-485, 486-492 και 493-515 αντίστοιχα. Περί του θέματος του βαπτίσματος των αιρετικών διαλαμβάνει ο Κ. Οικονόμος και στη μελέτη του: Περί των τριών Ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών, Επιστολιμαία διατριβή, εν η και περί της γνησιότητος των Αποστολικών Κανόνων, υπό του Πρεσβυτέρου και Οικονόμου Κωνσταντίνου του εξ Οικονόμων, εν Ναυπλία ΑΩΛΕ’, σελ. 131-139 και 144-152 (περί των αποστολ. Κανόνων μς’, μζ’ και ν’). τα εδώ λεγόμενα όμως εμπεριέχονται και στις ανωτέρω αναγραφείσες μελέτες του.
[16] Ο Κων. Οικονόμος γνώριζε την ύπαρξη της Επιτομής του Νεοφύτου, επαινεί δε το έργο στον Δ’ τόμο της εργασίας του Περί των Ο’ Ερμηνευτών της Π. Θείας Γραφής, σ. 821. Πρβλ. Χ. Τζώγα, μν. έργ., σ. 71. Στο ίδιο έργο επαινεί τον Αθαν. Πάριο και τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (σ. 822). Στα παραπάνω κείμενά του χρησιμοποιεί το Πηδάλιον (έκδ. 1841² και παραπέμπει στο ίδιο επωνύμως (π.χ. σ. 400, 417, 511 : «ο ασκητικώτατος Νικόδημος ο Αγιορείτης (εν τω Πηδαλίω, σελ. 31)». Δεν διστάζει όμως να ασκήσει και κριτική σ’ αυτό. Π.χ. στην σελ. 460 (σημ.) σημειώνει: «Ίδε και τα εν Πηδαλίω αμφικλινή και αμφίρροπα, σελ. 16» (= της β’ έκδ. 1841).
[17] Όσον αφορά στους Κολλυβάδες διαπιστώσαμε ότι έχουν υπ’ όψιν επιχειρηματολογία, η οποία αναπτύσσεται στα μητροπολιτικά κ.ά. κείμενα που γράφτηκαν κατά της αποφάσεως του Οικουμ. Πατριάρχου Κυρίλλου Ε’. Βλ. Mansi, τ. 38, ένθ. ανωτ.
[18] Οι κρίσεις για τους Κολλυβάδες είναι μερικές φορές αντιφατικές. Αυτό διαπιστώνει κανείς μελετώντας αφ’ ενός την ως άνω εργασία του Χ. Τζώγα και αφ’ ετέρου τις μελέτες του Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου και του Κ. Παπουλίδη. Αλλά και ο καθ. Παν. Χρήστου παρουσιάζει τον άγιο Νικόδημο «ενίοτε παραπαίοντα μεταξύ άκρου συντηρητισμού και άκρου νεωτερισμού», τονίζοντας μετ’ εμφάσεως: «Η αγιοποίησις (των Κολλυβάδων) δεν επέβαλε και αναγνώρισιν των γνωμών των εις τα αντιλεγόμενα ζητήματα». Βλ. Π. Κ. Χρήστου, Το Άγιον Όρος εν τω παρελθόντι και τω παρόντι, στο Αθωνική Πολιτεία, Θεσσαλονίκη 1963, σ. 64, 65. Νομίζουμε ότι υπεράνω των επιστημονικών απόψεων υπάρχει η συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος, η οποία έχει καταξιώσει τους Κολλυβάδες, ενώ αντίθετα καταδίκασε, τουλάχιστον σε λήθη, τους αντιπάλους του!
________________________________________
Α΄ Ερμηνεία του Κανόνος
1. Εκκλησιολογικές προϋποθέσεις
Για να κατανοήσουμε τον τρόπο, με τον οποίο οι συγγραφείς μας θεωρούν τον εν λόγω κανόνα, πρέπει να επιμείνουμε στις προϋποθέσεις τους, καρπό του πνευματικού επιπέδου της εποχής αφ’ ενός, αλλά και της θεολογίας τους αφ’ ετέρου. Έτσι η θεολογική σκέψη των θεολόγων μας κινείται εντός του πλαισίου των ακολούθων εκκλησιολογικών και κανονικών προϋποθέσεων:
α. Το απόλυτο κέντρο γύρω από το οποίο συγκροτείται η θεολογική τους συνείδηση είναι το Εφεσ. 4, 5: «Εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα», και κατά συνέπειαν Μία Εκκλησία, μέσα στην οποία και μόνον τα μυστήρια είναι έγκυρα και λυτρωτικά. Η Εκκλησία αυτή είναι η Ορθόδοξος, η Εκκλησία τους[19]. Ακολουθούν δηλ. σαφώς την εκκλησιολογία του αγ. Κυπριανού Καρχηδόνος[20], την οποία άλλωστε – κατά κανόνα – ακολούθησε όλη η Ορθόδοξος Ανατολή[21], σ’ αντίθεση με την Δύση, που ακολούθησε και εδώ τον ι. Αυγουστίνο.
β. Οι Αποστολικοί κανόνες (46, 47, 50 και 68) που ρυθμίζουν οριστικά το μυστήριο του βαπτίσματος έχουν υπεροχικό και απαρασάλευτο κύρος. Οι θεολόγοι αυτοί δέχονται όχι απλώς την εκκλησιαστικότητα, αλλά και την γνησιότητα των αποστολικών κανόνων[22], από την οποία απορρέει και το αυξημένο κύρος των μέσα στην Εκκλησία. Έτσι προτάσσονται από κάθε άλλη ομάδα κανόνων, δεδομένου ότι τόσο οι κανόνες των συνόδων (οικουμενικών και τοπικών), όσο και των αγίων Πατέρων τελούν σε συμφωνία μ’ αυτούς τους κανόνες[23], οι οποίοι έχουν θεμελιώδη σημασία για τη ζωή της Εκκλησίας. Έτσι, εν σχέσει προς το βάπτισμα, η απόφαση της υπό τον Κυπριανό συνόδου (258) στηρίχθηκε – κατ’ αυτούς – πάνω στους προαναφερθέντες αποστολικούς κανόνες. Η σύνοδος αυτή έλαβε κύρος οικουμενικό με την «επισφράγισή» της από τον β’ της Πενθέκτης[24]. Δεν είναι άρα δυνατόν να υπάρξει εκκλησιαστική απόφαση, που να αντιτίθεται στους αποστολικούς κανόνες, τον κανόνα του αγίου Κυπριανού, αλλά και εκείνους του Μ. Βασιλείου (α’ και μζ’), οι οποίοι έχουν προσλάβει, επίσης, δια του β’ της Πενθέκτης, κύρος οικουμενικό[25].
γ. Ειδικότερα, ως προς το Μυστήριο του Βαπτίσματος, κατά το Εφεσ. 4, 5 και το ιερό Σύμβολο, ένα και μόνο βάπτισμα υπάρχει, το Βάπτισμα της Μιας Εκκλησίας, ήτοι της Ορθοδόξου[26]. Εκείνο δε είναι κυριολεκτικώς «βάπτισμα», που τελείται δια τριών καταδύσεων και αναδύσεων, καθ’ όσον ο όρος «βάπτισμα» τούτο και μόνον μπορεί να σημαίνει[27]. Το δια τριών καταδύσεων βάπτισμα είναι «θεοδίδακτο» και «θεοπαράδοτο»[28], όπως βεβαιώνεται από τους αποστολικούς, συνοδικούς και πατερικούς κανόνες[29]. «Εις τούτο το βάπτισμα πιστεύομεν – παρατηρεί ο Οικονόμος – και τούτο και μόνον εν βάπτισμα ομολογούμεν, μηδέποτε δευτερούμενον»[30].
δ. Οι παντός είδους αιρετικοί, όπως τους ορίζει ο Μ. Βασίλειος (καν. Α’), τον οποίον ακολουθούν και στο σημείο αυτό οι δικοί μας θεολόγοι[31], βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας και έτσι το «βάπτισμα» αυτών είναι εντελώς ανυπόστατο, ήτοι «ψευδοβάπτισμα» και «ουκ αληθές»[32], ως τελούμενο εκτός της Εκκλησίας[33]. Συνεπώς και στην περίπτωση που τελείται τούτο δια τριών καταδύσεων, ήτοι κατά τον ορθό τύπο του εκκλησιαστικού βαπτίσματος, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εκληφθεί ως «φώτισμα», όντας κατ’ ουσίαν «μόλυσμα»[34]. Οι αιρετικοί δεν μπορούν να έχουν βάπτισμα, διότι νοσούν κατά την πίστη[35], και έτσι «ανωφελές έχουσι και το παρ’ αυτών διδόμενον βάπτισμα, με το να υστερήται την ευσέβειαν»[36]. Κατά τον Νεόφυτο, η πίστη των αιρετικών «αναθεματίζεται, η δε ημετέρα ευλογείται. Ουδέ το βάπτισμα άρα ημών τε και αυτών εν»[37]. Άρα, και αν ακόμη γίνεται σωστά από τους αιρετικούς η επίκληση της Αγίας Τριάδος και η τέλεση του βαπτίσματος, όπως παρατηρεί ο άγιος Νικόδημος, «αργά και ανενέργητα τα υπέρθεα εκείνα ονόματα, προφερόμενα από των αιρετικών τα στόματα»[38].
Οι αιρετικοί δεν μπορούν, επί πλέον, να έχουν βάπτισμα, διότι δεν έχουν Ιερωσύνη. Ιερωσύνη και Βάπτισμα είναι αλληλένδετα[39] και «ανάγκη πάσα ή εκάτερα ή ουδέτερα δέχεσθαι»[40]. Το Βάπτισμα των αιρετικών «αμαρτιών άφεσιν παρέχειν ου πέφυκεν»[41], και έτσι όλοι οι αιρετικοί, επιστρέφοντες στην Εκκλησία, πρέπει αναγκαίως να βαπτίζονται[42]. Είναι σαφές ότι οι απόψεις αυτές θεμελιώνονται στον κανόνα του αγίου Κυπριανού και τον μζ’ του Μ. Βασιλείου[43], οι οποίοι χάραξαν την οδό της ακριβείας[44], κατά την οποία ουδείς λόγος μπορεί να γίνει περί εγκυρότητος των Μυστηρίων των αιρετικών καθ’ εαυτά.
Ε. Η αλλοίωση της «θεοπαραδότου» μορφής του ενός βαπτίσματος της Εκκλησίας, «χωρίς ανάγκης επειγούσης τελουμένη»[45], συνιστά αθέτηση της «αποστολικής παραδόσεως ασυγχώρητον»[46] και «πράξιν στυγητήν και αποτρόπαιον»[47]. Κατά τον Νεόφυτον το Βάπτισμα είναι «ομόλογον των δογμάτων»[48], η δε «τριττή κατάδυσις» είναι και αυτή «δόγμα»[49]. Το βάπτισμα δεν είναι απλό «νόμιμον εκκλησιαστικόν», δυνάμενο να «κρίνηται εκ συνηθείας και παραδόσεως, αλλ’ εις αυτήν την πίστην ανήκει»[50]. Η διάκριση, έτσι, της ομολογίας από τη μορφή του βαπτίσματος είναι ανεπίτρεπτη. Στο ερώτημα «πότερον επισημότερον και ουσιωδέστερον, ο εξωτερικός τύπος ή η πίστις», απαντά ο Οικονόμος: «αμφότερα»[51]. Επικαλείται δε τον Μ. Βασίλειο, κατά τον οποίο «πίστις και βάπτισμα δύο τρόποι συμφυείς αλλήλοις και αδιαίρετοι· πίστις μεν γαρ τελειούται δια του βαπτίσματος, βάπτισμα δε θεμελιούται δια της πίστεως»[52]. Η ορθή ομολογία της πίστεως πρέπει να συνοδεύεται από «τέλειο» βάπτισμα, διότι μόνον αυτό το βάπτισμα «τελειοί αμοιβαίως την πίστιν», κατά τον Οικονόμο[53].
ζ. Η αναγκαιότητα της τριπλής καταδύσεως για την υπόσταση του Μυστηρίου ανταποκρίνεται στην δογματική του φύση. Δια της τριπλής καταδύσεως «ομολογούμεν το δόγμα της θεαρχικής Τριάδος κατά τας επικλήσεις εκφωνούμενον», αλλά και «το δόγμα της οικονομίας Χριστού του Θεού και Σωτήρος ημών, ου τον θάνατον μετά της ταφής και την τριήμερον ανάστασιν συμβολικώς εκτυπούσιν» οι τρεις καταδύσεις και αναδύσεις[54]. Κατά τον άγιο Νικόδημο δεν πρόκειται περί απλού συμβολισμού, αλλά περί πραγματικότητος, διότι «αυτός εν αυτώ ενεργεί τον του Κυρίου θάνατον, ο άνθρωπος. Τουτέστιν αυτός ο βαπτιζόμενος αποθνήσκει και συνθάπτεται τω Χριστώ τω ύδατι του βαπτίσματος» (πρβλ. Ρωμ. 6, 9). Χωρίς τις καταδύσεις είναι «αδύνατον να γένηται εις ημάς το ομοίωμα του θανάτου του Χριστού και της τριημέρου ταφής». Το ορθόδοξο βάπτισμα είναι , όμως, συνάμα τύπος και της «εις Άδου καταβάσεως της ψυχής» του Κυρίου. Έτσι «δια μεν του τύπου του της ταφής του Χριστού» θεουργείται το σώμα του βαπτιζομένου, «δια δε του τύπου της εις Άδου καταβάσεως» θεούται η ψυχή του. Έτσι συνοψίζει την σχετική πατερική διδασκαλία ο άγιος Νικόδημος[55].
Οι προϋποθέσεις αυτές βοηθούν να αποτιμήσουμε ορθά την θεολογική τοποθέτηση των Κολλυβάδων και του ομόφρονά τους Κ. Οικονόμου απέναντι στον ζ’ της Β’ και γενικότερα τον τρόπο αποδοχής των επιστρεφόντων αιρετικών, παλαιοτέρων και νεωτέρων.
________________________________________
[19] Π., σ. 51, 57. Ε., σ. 139, 142, 147 ιγ – ιδ (εν βάπτισμα εν τη μια Εκκλησία). Ο, σ. 499, 485, 511. [20] Επιστ. 73, 21 και 69, 1.2, 10· 11. Πρβλ. Τερτυλλιανού, De baptismo, 15. [21] Βλ. T. Ware, μν. έργ. Σ. 82. [22] Κατά τον Νεόφυτο (Ε., σ. 132) αποφαίνεται δι’ αυτών, «η των αποστόλων ομήγυρις»· πρβλ. σ. 131, 132, 133, «συνόδων απασών η μεγίστη η των αποστόλων», Ε., σ. 143/4. Βλ. Π., σ. κδ’, 53, 55. Ο., σ. 399, 452/53, 480. Στην εποχή του Οικονόμου ο Πρωτοσύγκελλος της Επισκοπής Άργους Ε. Διογενείδης επιτέθηκε κατά του κύρους των αποστολικών κανόνων. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνο9ύ, Το ζήτημα της Μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την Νεοελληνικήν κατά τον ΙΘ’ αι., Αθήναι 1977, σ. 394. Ο Οικονόμος τον αντέκρουσε με ειδική μελέτη: Περί των τριών Ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών Επιστολιμαία Διατριβή, εν η και περί της γνησιότητος των αποστολικών κανόνων, υπό του πρεσβυτέρου και οικονόμου Κωνσταντίνου του εξ Οικονόμων, εν Ναυπλία αωλε’ [23] Π, σ. 55. Ο, σ. 453/4. [24] Ε, σ. 128, 142. Π, σ. 51, 370/1. Ο, σ. 453. Ο Νεόφυτος διακηρύσσει: «της ψυχής γαρ πρότερον αποστήσομαι, ή ούπερ η εν Καρχηδόνι προυβάλετο ακαταγωνίστου λήμματος» (σ. 142). [25] Ε, σ. 142, 147 α/147 β. Π, σ. 52. Ο, σ. 426, 451. Μ, σ. 263. [26] Π, σ. 51. Κατά τον Νεόφυτο: «Ει τοίνυν εν και ταυτόν ημών τε και των αιρετικών το βάπτισμα, μία άρα και η πίστις ημών τε κακείνων, ως και εις Κύριος. Αλλά μην ου μία η πίστις ημών τε κακείνων, ουδέ το βάπτισμα άρα εν, ως ουδ’ ο Κύριος μετ’ αυτών» Ε, σ. 142. Πρβλ. Ο, σ. 441, 454 εξ., 485. (Ο Οικονόμος ομιλεί περί «ορθοδόξου βαπτίσματος»). Τα αιρετικά μυστήρια είναι – κατ’ αυτόν – «άπρακτα» (σ. 459). [27] Βαπτίζω, εκ του βύπτω = βουτώ. Ο, σ. 402. Ο Οικονόμος αντικρούει διεξοδικά τα επιχειρήματα των αντιφρονούντων (σ. 398 ε.ε.) Πρβλ. σ. 436 ε. ε.. Π, σ. 63 ε.ε. Και κατά τον Αθ. Πάριο (Μ, σ. 266) βάπτισμα σημαίνει «εντός ταυ υγρού υποβρύχιον ποιείν τον βαπτιζόμενον» [28] Ο, σ. 399, 426. Πρβλ. σ. 413: «πανάγιον και αληθινόν». Κατά τις Οικουμενικές Συνόδους «η τριττή κατάδυσις και ανάδυσις αποτελεί συμμόρφωσιν προς την εντολήν του Κυρίου και εκφράζει την τριαδικήν φύσιν του Θεού». Ιωάννου Ρίννε, (Μητροπολίτου Ελσιγκίου), Ενότης και ομοιομορφία εν τη Εκκλησία, κατά το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 37/38. [29] Π, σ. 63, ε. Ο, σ. 399. [30] Ο, σ. 426. Κατά τον Νεόφυτο: «Εν ομολογεί η του Χριστού Εκκλησία βάπτισμα, ου μόνον ως δις τινα ου βαπτίζουσα, αλλ’ ως και τω αυτώ και ενί τους ξύμπαντας βαπτίζουσα, κουχί τω μεν τους δε, τω δε τους δεν». Ε. σ. 142. [31] Βλ. Ε, σ. 126· Π, σ. 587· Ο, σ. 89, 420. [32] Ε, 134· Π, σ. 51, 55, 370. Ο, σ. 413. [33] Πρβλ. Ιερ. Κοτσώνη, Περί του κύρους της Ιερωσύνης των Αγγλικανών από της απόψεως του Κανονικού Δικαίου της Ορθοδ. Εκκλησίας, Αθήναι 1957, σ. 18. Κατά τον Νεόφυτο (Ε. σ. 127): «το μεν των αιρετικών (βάπτισμα) παντελώς αθετείται, τα δε των αποσχισθέντων» γίνεται δεκτό «μόνη τη του μύρου επιχρίσει εγκαινιζόμενον», βάσει των μζ’ και ξη’ αποστολικών, του α’ του αγ. Κυπριανού και του μζ’ του Μ. Βασιλείου. [34] Ε, σ. 133, 147 ε. Ο Νεόφυτος επικαλείται εδώ τους ι. πατέρες Κυπριανό, Μ. Αθανάσιο, Μ. Βασίλειο, τον η’ της εν Λαοδικεία και τους αποστολικούς κανόνες. [35] Ε, σ. 142· 135/6. [36] Π, σ. 52/53. [37] Π, σ. 137. [38] Π, σ. 56. Και κατά τον Νεόφυτο, «ουδέ αυτάρκης προς την του μυστηρίου ευπραξίαν η τριττή απλώς μετ’ επικλήσεως κατάδυσις». Ε, 147 ιδ’. Τούτο δε, διότι «το κατ’ αλήθειαν βάπτισμα του μζ’ αποστολικού κανόνος ουχ απλώς το εις Πατέραν και Υιόν και Πνεύμα Άγιον εν τρισί καταδύσεσιν υποληπτέον, αλλά και το εν υγιά της Τριάδος ομολογία....» Ε, σ. 139. [39] «Ο γαρ αυτός λόγος περί τε βαπτίσματος και χειροτονίας» Ε, σ. 147 κβ’. Πρβλ. Ο, σ. 459, 492. Ε, Σ. 133 ε.: «Οι αιρετικοί ούτε ορθόδοξοι εισιν, ούτε ιερείς». Ε, σ. 137. Πρβλ. ξη’ Αποστολικόν και Αποστολ. Διατάξεις VI, 15. [40] Ε, δ. 147 κβ’ ... Κατά τον ξη’ αποστ. Κανόνα οι αιρετικοί στερούνται ιερωσύνης, συνεπώς «και τα παρ’ αυτών ιερουργούμενα κοινά εισι, και χάριτος και αγιασμού άμοιρα». Π, σ. 50, 52. «Ων γαρ οι ιερείς κατά τους αποστολικούς κανόνας ψευδείς, ψευδές δήπου και το τούτων βάπτισμα». Ε, σ. 147 ιγ’. [41] Ε, σ. 147 ιδ’. Ορθώς δε συμπληρώνει ο Νεόφυτος: «Ει γαρ παρέχει, αλόγως λοιπόν τη Εκκλησία προσέρχονται, και αιρετικοί οι μη προσερχόμενοι ακούουσιν». [42] Π, σ. 370. [43] Βλ. Ε, σ. 132. [44] Αυτή «επεκυρώθη» από τον β’ της Πενθέκτης. Ο, σ. 491. [45] Ο, σ. 398. [46] Στο ίδιο. [47] Ο, σ. 485. [48] Ε, σ. 147 ιδ’. Και κατά τον Οικουμένιο η περί την μορφή του βαπτίσματος «καινοτομία» «αίρεσις μεν ουκ έστιν, δογματική δηλονότι κατά την ιδιαιτάτην της λέξεως σημασίαν... Έστι δε όμως πράξις στυγητή και αποτρόπαιος, ως μηδόλως οιουδήτινος άγους αιρέσεως καθαρεύουσα· έστιν αιρετικών ανθρώπων... ανόσιος επίνοια και παραχάραξις του παραδεδομένου τύπου...» Ο, σ. 485. Είναι δηλαδή: καρπός αιρέσεως. [49] Ε, σ. 147 ιζ’. ΠΡβλ. Μ. Βασιλείου καν. Α’ και Περί Αγίου Πνεύματος, κεφ. κζ’. P.G. 32, 185C ε. [50] Ε, σ. 147 ιδ’. [51] Ο, σ. 425. [52] Περί του Αγίου Πνεύματος, κεφ. Ιβ’. P.G. 32, 117Β ε. Πρβλ. Ε, σ. 117 ιδ’, 147 ιζ’. [53] Ο, σ. 426. [54] Ο, σ. 398/99. Μ, σ. 266. ΠΡβλ. T. Ware, μν. έργ. Σ. 91 ε.ε. [55] Π, σ. 63 ε.
________________________________________
2. Γνησιότητα του Κανόνος
Κατά τον ιζ’ αι. ο Άγγλος Κανονολόγος G. Beveridge(Beveregius) έθεσε το πρόβλημα της γνησιότητας του ζ’ κανόνος της Β’[56]. Και απέδειξε ότι αυτός δεν ανήκει στο έργο της Συνόδου, διότι είναι κείμενο του ε’ αιώνα[57]. Βεβαίως για την Ορθόδοξο Εκκλησία η απόδειξη της μη γνησιότητας του κανόνα[58] δεν μειώνει καθόλου το κύρος του, το οποίο δεν ετέθη υπό αμφισβήτηση σε ορθόδοξο έδαφος, καθ’ όσον το περιεχόμενο του κανόνα επανελήφθη κατά λέξη από τον 95ο κανόνα της Πενθέκτης και έλαβε έτσι κύρος οικουμενικό και αιώνιο[59].
Από τους δικούς μας θεολόγους ένας μόνον[60] ασχολείται με την γνησιότητα του κανόνα, απορρίπτοντάς την, πράγμα τολμηρό για τον ελληνικό χώρο τον ιη’ αιώνα. Πρόκειται για τον Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη[61]. Η επιχειρηματολογία του, που καταλαμβάνει πολλές σελίδες του ανεκδότου έργου του, στηρίζεται στις δυτικές πηγές της εποχής του[62], και περιλαμβάνει όχι μόνον τον ζ’ της Β’, αλλά και τον «ομόφωνον και ταυτοδύναμον του ζ’ της Β’» 95ο της Πενθέκτης[63]. Ο Νεόφυτος θεωρεί αμφοτέρους «ουκ από συνόδου», αλλ’ «από της επιστολής» προς Μαρτύριον Αντιοχείας[64], και συνεπώς «επεισάκτους» (εμβολίμους)[65], ερχομένους σε φανερή αντίθεση με τους επικυρωθέντες από την Πενθέκτη Αποστολικούς Κανόνες και εκείνους του Μ. Βασιλείου[66]. Δεν καθορίζει, βεβαίως, ο Νεόφυτος, πότε έγινε η εισαγωγή των Κανόνων τούτων στο έργο των δύο Οικουμενικών Συνόδων[67], δεν είναι όμως κατ’ αυτόν βέβαιο, ότι το έκανε η Πενθέκτη[68]. Πάντως πρέπει να συνέβη προ του Φωτίου και του μοναχού Αρσενίου, οι οποίοι απαριθμούν και τους δύο ανωτέρω κανόνες με τους υπολοίπους κανόνες των Συνόδων τούτων[69]. Δεν ενισχύεται όμως καθόλου η γνησιότητά τους, διότι υπάρχουν περί του αντιθέτου μαρτυρίες αρχαιοτέρων συγγραφέων, που διαθέτουν λόγω της αρχαιότητάς των μεγαλύτερη αξιοπιστία[70]. Κρίνεται λοιπόν ο ζ’ της Β’ (μαζί με τον 95ο της Πενθέκτης) οβελιστέος από τον Νεόφυτο, προς αποφυγήν άλλωστε και των αιτιάσεων των «Λουθηροκαλβίνων» κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας[71].
Η παραδοχή της μη γνησιότητος των δύο τούτων κανόνων κλονίζει, κατά τον Νεόφυτο, ευλόγως και το κύρος των, το οποίο αποτελεί πραγματικό σταυρό για τον αγιορείτη μοναχό, που δέχεται το απόλυτο και αμετακίνητο της κυπριανείου αρχής, κατά την οποία το βάπτισμα των αιρετικών είναι ανυπόστατο, και ποτέ και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να γίνει δεκτό από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Έπρεπε, όμως, να δοθεί εύλογη εξήγηση τόσο περί της μαρτυρίας της πηγής του παρόντος κανόνος, όσο και περί του λόγου κατατάξεώς του μεταξύ των κανόνων της Β’ Οικουμενικής. Ο Νεόφυτος αναπτύσσει την ακόλουθη επιχειρηματολογία:
Η προς τον Μαρτύριο Αντιοχείας «αδέσποτος»[72] επιστολή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, που περιέχει πιστά τον ζ’ της Β’, «μετά τινος παρενθήκης»[73], δεν αναφέρεται στην γενικώς κρατούσα πράξη της Εκκλησίας, αλλά «την εν Κωνσταντινουπόλει συνήθειαν προβάλλεται». Έχει, γι’ αυτό, τοπικό και όχι καθολικό – οικουμενικό χαρακτήρα. Άλλωστε αν – όπως λογικώς παρατηρεί – ο σχετικός καθορισμός αποδοχής των επιστρεφόντων αιρετικών είχε επιβληθεί δια του ζ’ της Β’, και έτσι εφαρμοζόταν από όλη την Εκκλησία, θα ήταν γνωστός σ’ αυτόν που έθεσε την ερώτηση, ώστε να μη χρειαστεί να ζητήσει την γνώμη του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως[74]. Πρόκειται, άρα, περί «έθους» της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας, που περιγράφεται στην επιστολή, και που δεν μπορεί να λάβει καθολική ισχύ και υποχρεωτικό χαρακτήρα[75], διότι «το της πόλεως αξίωμα» αδυνατεί να επιβάλλει μια απλή τοπική συνήθεια σε ολόκληρη την Εκκλησία. Δέχεται, βεβαίως, ότι η συνήθεια αυτή πράγματι είχε επικρατήσει στην Κων/πολη από την εποχή της αρειανής έριδος (δ’ αι.), εξ αιτίας του προβλήματος των επιστρεφόντων «αρειανισάντων»[76], τους οποίους δικαίως δεν ανεβάπτιζε η Εκκλησία, αλλά «μύρω μόνω έχριεν». Όταν όμως με το χρόνο ατόνισε η διάκριση «αρειανών και αρειανισάντων», εφαρμόσθηκε και στους δεύτερους, κατά τον Νεόφυτο, αντικανονικώς[77].
Έτσι εξηγείται, γιατί η συνήθεια αυτή απ’ την μια είναι «τοις κανόσιν εν μέρει υπεναντία», κι απ’ την άλλη «αντιφάσκει εαυτή»[78]. Το πρώτο προκύπτει από την αντίθεση του κανόνος τούτου προς τον β’ της Πενθέκτης, η οποία «ουδέν ων επεσφράγισεν ακυρούσα που παλιμβούλως φαίνεται»[79]. Το δεύτερο διαφαίνεται εκ του γεγονότος ότι ο κανών δέχεται την «αρειανών και μακεδονιανών το βάπτισμα, την δε χειροτονίαν ου», που ακριβώς αντίκειται στον μζ’ αποστολικό, ο οποίος κυρώθηκε επίσης από την Πενθέκτη[80]. Έπεται, συνεπώς, ότι δεν βρίσκει καθόλου δικαίωση ο ισχυρισμός πως «την εν Κων/λει επικρατούσαν περί αιρετικών συνήθειαν, ακανόνιστον τέως ούσαν, επιγενομένη η ΣΤ’ εκανόνισε», διότι τότε η Σύνοδος θα αντέφασκε προς τον εαυτό της[81].
Ο Νεόφυτος περαιτέρω, εξ αιτίας της αδυναμίας εναρμονίσεως του κανόνος τούτου με τους αποστολικούς, θέτει υπό αμφισβήτηση και το κύρος αυτής της επιστολής, για να κλονίσει έτσι ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία των δύο παραπάνω κανόνων, που προήλθαν απ’ αυτήν. Έτσι θεωρεί την επιστολή να έχει γραφεί όχι από τον Πατριάρχη Γεννάδιο (458-471), όπως γίνεται δεκτό, αλλά από τον Ακάκιο, «του εκ της αιρέσεως των ακεφάλων»[82]. Στηριζόμενος δε στην φράση της επιστολής: «ης (δηλ. Καθολικής Εκκλησίας) πρόεδρος και κεφαλή υπάρχεις, Μακαριώτατε», παρατηρεί: «Ουδέ πατριαρχική όλως (η επιστολή), ως Αντιοχείας κεφαλήν της καθολικής του Χριστού Εκκλησίας ονομάζουσα», το οποίο ακριβώς είναι «άτοπον και ασεβές», διότι μία η κεφαλή της Εκκλησίας, ο Χριστός[83].
Το συμπέρασμα του Νεοφύτου, μετά τα παραπάνω είναι ευνόητο. Οι δύο εν λόγω κανόνες δεν μπορούν να θεωρούνται συνοδικοί[84], αλλά «νόθοι και ψευδείς»[85]. Χαίρων δε, διότι μπόρεσε να άρει την σκανδαλώδη αντίφαση της Πενθέκτης, αναφωνεί: «Και δόξα τω εν Τριάδι προσκυνουμένω αγίω Θεώ, τω, α σοφούς τε και διδασκάλους διέλαθε, μαθηταίς υποδείξαντι»[86]. Ο τρόπος της αποδοχής των αιρετικών πρέπει να ρυθμίζεται συνεπώς με βάση τους ειδικώς γι’ αυτό τον λόγο συνταχθέντες κανόνες, ήτοι: μζ’ και ξη’ αποστολικούς, η’ και ιθ’ της Α’, ζ’ και η’ της εν Λαοδικεία, α’ της εν Καρθαγένη και α’ και μζ’ του Μ. Βασιλείου, που κι αυτοί διέθεταν το απαιτούμενο οικουμενικό κύρος, διότι «επεσφραγίσθησαν» από τον α’ της Δ’, τον β’ της Πενθέκτης και τους α’ και ια’ της Ζ’[87].
Την κριτική του όμως για την γνησιότητα του ζ’ της Β’ κατακλείει ο Νεόφυτος με μια δήλωση που προφανώς προστέθηκε εκ των υστέρων και η οποία αποδεικνύει – εκτός των άλλων – την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητά του. Γράφει έτσι, ότι «ικανού διαγενομένου χρόνου, εξ ου τα περί των προειρημένων δυοίν κανόνων εκ των κανονικών επιτομέων εξητάσθη», παρετήρησε στην δ’ πράξη της Ζ’ Οικουμενικής ότι οι Πατέρες της ανέγνωσαν τον πβ’ (γρ. Μάλλον ρβ’) κανόνα της ΣΤ’ (Πενθέκτης) από το πρωτότυπο Πρακτικό της Συνόδου. Και στην ς’ πράξη δηλώνεται ρητώς ότι η ΣΤ’ Οικουμενική «εξέδωκε κανόνας... έως των δύο και εκατόν», συμφώνως άλλωστε και προς την μαρτυρία του Φωτίου. Έτσι αναγκάζεται ο Νεόφυτος να ομολογήσει: «Εξ ων δη φαίνεται τα περί του ζ’ της Β’ πιθανώς ημίν εκ των αρχαίων προεξητασμένα, επί του 95 της ΣΤ’ προφανώς καταργούμενα»! Αλλά και πάλι διαπιστώνει ότι δεν αίρεται η κατ’ αυτόν αντίφαση της Πενθέκτης. Διότι, εφ’ όσον η Ζ’ Οικουμενική εγκρίνει τον 95ο της Πενθέκτης , «λείπεται περί της αυτού προς τε τους αποστολικούς κανόνας και προς ον η ΣΤ’ και Ζ’ επεσφράγισαν πρώτον κανόνα του Μ. Βασιλείου εν μέρει εναντιοφανίας σκοπείν και την λύσιν προσεπινοείν»[88]. Η ανωτέρω δε αντίφαση εξακολουθεί να ισχύει, διότι οι Αρειανοί με βάση μεν τους αποστολικούς κανόνες και του Μ. Βασιλείου κρίνονται βαπτιστέοι, από τον 95ο όμως της Πενθέκτης μόνον χριστέοι, παρ’ όλο που κατά την Ζ’ (πράξις ς τόμ. β’) δεν είναι απλώς αιρετικοί αλλά «ταυτόν ειπείν έλληνες». Ο Νεόφυτος δεν συνεχίζει. Δεν μπορεί να συνεχίσει! Μένει με το ερωτηματικό αναπάντητο. Βεβαίως τούτο είναι ευεξήγητο, διότι ο Νεόφυτος δεν ανεχόταν την εφαρμογή της οικονομίας στους αιρετικούς. Όπως θα φανεί κατωτέρω, η αρχή της οικονομίας αίρει την κατ’ αυτόν αντίφαση και καταδεικνύει την ενότητα των ιερών κανόνων της ορθοδόξου Εκκλησίας.
Βεβαίως ο Νεόφυτος, πιστός στην παράδοση της Εκκλησίας του, έχοντας να αντιμετωπίσει όσους στηρίζονταν πάνω σ’ αυτούς τους δύο κανόνες για τον καθορισμό του τρόπου αποδοχής των νεωτέρων αιρετικών, χρησιμοποιεί τον ζ’ της Β’[89], παραμερίζοντας το πρόβλημα της γνησιότητάς του, περισσότερο όμως σε συνδυασμό με τον 95ο της Πενθέκτης, και μάλιστα με την μορφή: «η ΣΤ’ μετά της Β’»[90], η «η Β’ και η ΣΤ’»[91], πράγμα που δείχνει ότι από τον 95ο της Πενθέκτης εξαρτούσε και το κύρος του ζ’ της Β’, το οποίο παρέμενε οπωσδήποτε μειωμένο στην συνείδηση του λόγω της μη γνησιότητάς του, αλλά και του προβλήματος που δημιούργησε, όπως θα φανεί εν συνεχεία.
________________________________________
[56] «Συνοδικόν sive Pandectae canonum SS. Apostolorum et Conciliorum ab Ecclesia Graeca receptorum, nec non canonicarum SS. Patrum epistolarum ; una cum scoliis antiquorum, singulis eorum annexis, et scriptis aliis huc spectantibus; quorum plurima e bibliothecae bodleianae aliarumque mss codicibus nunc primun edita; reliqua cum iisdem mss summa fide et diligentia collata. Totum opus in duos tomos divisum, Guilielmus Beveregius Ecclesiae Anglicanae presbyter, recensuit, prolegomenis munivit, et annotationibus auxit Oxonii, e theatro Sheldoniano, sumptibus Guilielmi Wells et Roberti Scott bibliop. Lond. MDCLXXII Βλ. Τόμ ΙΙ, σ. 98 ε.ε. Πρβλ. Mansi, t. III, στ. 563/4, σημ. 2. Karl Joseph Hefele, Conciliengeschichte, ed. II, Freiburg i Br. 1856, σ. 12 ε.ε., 27. [57] Υποστηρίχθηκε η γνησιότητα μόνον των 4 πρώτων κανόνων της Συνόδου. Βλ. Αναστ. Π. Χριστοφιλοπούλου, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, Αθήναι 1965², σ. 40. ΠΡβλ. Ι. Ν. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Ι, εν Αθήναις 1960², σ. 129 σημ. 2. Δημ. Γεωργιάδου, Το βάπτισμα των αιρετικών, εν Ν. Σιών, τ. ΙΘ’ (1924), σ. 104. T. Ware, μν. έργ. Σ. 72. [58] Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη γνώμη. Έτσι της γνησιότητας του κανόνος υπεραμύνθηκε μεταξύ άλλων ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος στη μελέτη του: Περί του βαπτίσματος των ετεροδόξων, στο: Εκκλ. Φάρος, τ. 14 (1915), σ. 474. [59] Βλ Καρμίρη, όπ. παρ. T. Ware, μν. έργ. Σ. 72, σημ. 1. [60] Καθόλου δεν θίγει το πρόβλημα τούτο ο άγιος Νικόδημος. Βλ. π.χ. Π, σ. 154, 423, 590 κ.ά. [61] Στο πρόβλημα αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο της Επιτομής υπό τον τίτλο: «Περί του ζ΄ κανόνος της Δευτέρας Οικουμενικής και του 95 της Έκτης» (σ. 147 κ’ – 147 κε’). [62] Παραπέμπει ρητά στο «γραικορρωμαϊκόν νομικόν» (= jus graecoromanum), βιβλ. δ’, σελ. 290/91 και στο Συνοδικόν ή Πανδέκται (του Beveridge) επανειλημμένα. Ε, σ. 147 κ, 147 κα, 147 κβ’. (παραπομπή στον τ. ΙΙ, σ. 100, 501, 717, 748). Τα επιχειρήματα του Νεοφύτου είναι: ότι ο κανών δεν απαντά στις παλιές μεταφράσεις (λατινική, αραβική), ούτε στις Επιτομές Ιωάννου του Σχολαστικού και Συμεών Μαγίστρου, και τα αντλεί προφανώς από του έργου του Beveridge. [63] Ε, σ. 147 κ’. [64] Ο Νεόφυτος παραθέτει ολόκληρη την Επιστολή (Ε, σ. 147 κδ’), παραπέμποντας στο «γραικορρωμαϊκόν νομικόν», βιβλ. δ’, σελ. 290-291 και στους Πανδέκτες, τόμ. Β’, σελ. 100 (Ε, σ. 147 κ’-κα’). [65] Ε, σ. 147 κα’, 147 κβ’. [66] Ε, σ. 147 κ’. [67] Ε, σ. 147 κα’. ¨Ουκ οίδ’ υφ’ ότου επεισαχθέντας». [68] «Τις δε και η αναντίρρητος απόδειξις του υπό της Στ’ αυτής (- την «συνήθειαν» της Κωνσταντινουπόλεως) κανονισθήναι». Ε, σ. 147 κγ’. Ο κανών «ων αυτόλεκτος», ούτε της Β’, ούτε της Στ’ είναι. (Ε,σ. 147 κδ’) [69] Φωτίου Νομοκάνων, τίτλ. Δ’, κεφ. ιδ’. Αρσενίου Μοναχού, Κανονική Σύνοψις, κεφ. λε’ και ρλδ’. Ε, σ. 147 κ’ και 147 κε’. [70] «Αλλ’ ου παρά τούτο εκ μόνων ψηφίων και γνήσιοι αναντιρρήτως εισάγονται, οι παρά Ιωάννου και Συμεώνος, των Αρσενίου και Φωτίου προγενεστέρων, μη επιγινωσκόμενοι... Αξιοπιστότερος άρ’ αν είη και ο Αλεξίου, Αρσενίου και Φωτίου αρχαιότερος Ιωάννης... και μάλλον αυτός ή εκείνοι τη Β’ πλησιάζων». Ε, σ. 147 κ’. [71] «Όθεν τον ζ’ είτ’ ουν τον 95 της ΣΤ’... πολλώ βέλτιον, οίμαι, ως επείσακτον οβελίζειν ή τοις γνησίοις εγκρίνοντας, ουκ ανεκτά έχειν πράγματα και υπό της ιδίας μεν συνειδήσεως, συμβιβάζειν αδυνατούσης τα ασύμβατα, και μάλιστα παρά των ως αντιφασκούσης δήθεν εαυτή της καθολικής Εκκλησίας επιλαμβανομένων Λουθηροκαλβίνων». Ε, σ. 147 κ’. [72] Διότι δεν μαρτυρείται ο συντάκτης. Ε, σ. 147 κ’, 147 κγ’ κ.ά. [73] Ε, σ. 1457 κα’. [74] Στο ίδιο. [75] Ε, σ. 147κα’-κβ’. Προσθέτει δε με κάποια οξύτητα: «Έοικεν η επιστολή, οις η Κων/λις οπωσδήποτε πράττει, τούτοις και τους απανταχού δειν έπεσθαι αξιούν»! Ε, σ. 147 κγ’. Οι Κωνσταντινουπολίτες «της όπως ποτέ εχούσης ιδίας συνηθείας τα των συνοδικών κανόνων δεύτερα» τίθενται (αυτ.). Και καταλήγει: «Ισχυρόν γαρ τι χρήμα και δύσμαχον συνήθεια»! [76] Ε, σ. 147 κδ’. [77] Ε, σ. 147 κδ’-κε’. [78] Ε, σ. 147 κβ’. [79] Ε, σ. 140/41. [80] Ε, σ. 147 κβ’: «Την του αιρετικού χειροτονίαν και δέχεται και ου δέχεται, όπερ εστίν αντίφαασις». [81] Ε, σ. 147 κβ’-147 κγ’. [82] Ε, σ. 147 κα’: «Την γουν ειρημένην αδέσποτον επιστολήν λογίσαιτο μεν αν τις του μετά τον Ανατόλιον Ακακίου είναι, ως μη μεθ’ ων αξιοί χρίεσθαι, και των ακεφάλων Σευηριανών μνημονεύουσαν»! [83] Ε, σ. 147 κα’: «Ουδέ γαρ προς Πατριάρχου και τούτου Κων/λεως, τον Αντιοχείας κεφαλήν της καθολικής του Χριστού Εκκλησίας ονομάζειν». Αυτόθι. [84] Ε, σ. 147κδ’. [85] Ε, σ. 147 κβ’. [86] Ε, σ. 147 κγ’. [87] Στο ίδιο. [88] Ε, σ. 147 κε’ [89] Βλ. π.χ. Ε, σ. 127. [90] Π.χ. Ε, σ. 132. [91] Π.χ. Ε, σ. 139.
________________________________________
