Η κριτική των Νεοπαγανιστών προς τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο το μόνο που αποδεικνύει είναι την άγνοια για τις αντίστοιχες απόψεις των Αρχαίων Ελλήνων:
α') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που υπερασπίζεται την παρθενία (Περί παρθενίας, PG 45, 533), ότι «δεν σκέφτεται καθόλου πως αν όλοι δέχονταν τις απόψεις του, η κοινωνία θα εξαφανιζόταν». Τότε να κατηγορήσουν και την παρθένα εθνική Υπατία, και τον Δημόκριτο που δεν επιθυμούσε παιδιά, και τον Επίκουρο που πίστευε ότι η συνουσία ποτέ δεν ωφέλησε σε κάτι.
β') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που καταφέρεται κατά του Πυθαγόρα. Τότε να κατηγορήσουν και τον Ηράκλειτο που καταφέρεται επίσης κατά του Πυθαγόρα λέγοντας: «Ο Πυθαγόρας έκανε μια δική του σοφία: πολυμάθεια, κακοτεχία» και «Η πολυμάθεια δε διδάσκει να έχεις νου. Αν ήταν έτσι, θα είχε διδάξει και τον Πυθαγόρα».
γ') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που καταφέρεται κατά του Πλάτωνα. Τότε να κατηγορήσουν και τον Διογένη τον Κυνικό που καθημερινώς διέσυρε τον Πλάτωνα: «όταν ο Πλάτων διετύπωσε τον ορισμό ότι ο άνθρωπος είναι ζώο δίποδο και άπτερο και είχε κάνει μεγάλη εντύπωση με αυτά τα λόγια του, ο Διογένης μάδησε έναν κόκορα, τον πήγε στην Ακαδημία και του είπε: αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 40).
δ') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο ότι ειρωνεύεται και βρίζει τους Έλληνες φιλόσοφους συνολικά ως «δειλούς, αλαζόνες φιλόδοξους που ποτέ δεν έκαναν το σωστό». Τότε να κατηγορήσουν και τον Εθνικό Ιάμβλιχο που χαρακτηρίζει τους Έλληνες ανώριμους από την ίδια τη φύση τους, χωρίς εσωτερικότητα, ανίκανους να ανακαλύψουν μόνοι τους την αλήθεια˙ τους κατηγορεί ότι αλλοιώνουν με τη λεπτολογία τους όσα μαθαίνουν από τους άλλους λαούς.
ε') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που θεωρεί τον Σωκράτη ως έναν εκ των αισχρότερων φιλοσόφων. Τότε να κατηγορήσουν και το Λουκιανό που αποκαλεί «σοφιστή» και «ψευτογενναίο» τον Σωκράτη, «τον πιο αχρείο από όλους τους κόλακες» τον Αριστοτέλη και «αλαζόνα και κουτό» τον Εμπεδοκλή. Επίσης τον Επίκουρο που έλεγε «αχθοφόρο» και «δασκαλάκο» τον Αριστοτέλη και τον Πρωταγόρα.
στ') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που γράφει ότι ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη ζωή. Τότε, αν είναι συνεπείς, ας κατηγορήσουν και τον Πλάτωνα που υποστηρίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο, και γι’ αυτό ακόμη το σώμα, από τη νέκρωσή του: «σώματι διαλύσεως οὐκ ἔστιν ἢ κρεῖττον» (Νόμοι, 828d).
ζ’) Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που με σκληρή γλώσσα καταδικάζει μαντεία και μαντική και τα μαγικά ξόρκια και φυλακτά. Τότε να κατηγορήσουν και τον Ξενοφάνη που απέρριπτε την μαντική και τον Πλάτωνα που νομοθετεί εναντίον της νόμους.
η’) Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο που είναι πικρόχολος για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τότε να κατακρίνουν τον Ευριπίδη, τον Ξενοφάνη, τον Διογένη τον Κυνικό, τον Παυσανία, τον Επίκτητο, το Φιλόστρατο και τον Γαληνό που είναι αντίθετοι με το αθλητικό ιδεώδες και πρακτική της εποχής τους.
θ’) Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο ότι ήταν μισογύνης ώς το κόκκαλο. Αυτό είναι αναληθές βέβαια, αλλά αν ισχύει, τότε οι Νεοπαγανιστές να κατηγορήσουν και τον Ευριπίδη, γιατί κι αυτός ήταν μισογύνης ώς εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Και τον Αντιφάνη και τον Ησίοδο, τουλάχιστον.
ι') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο επειδή καταδικάζει την ειμαρμένη. Και καλά κάνουν που τον κατηγορούν, διότι όποιος πιστεύει σε μοίρα είναι απλώς... μοιρολάτρης.
ια') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο επειδή καυτηριάζει όσους πηγαίνουν στον Ιππόδρομο και στο θέατρο. Τότε να καταδικάσουν και τον Ιουλιανό που δεν πατούσε στα θέατρα και μάλιστα αποκαλεί τις θεατρικές παραστάσεις των ημερών του «ξεδιάντροπες θεατρικές παραστάσεις» (Επιστολή στον Αρσάκειο, παγανιστή ιερέα της Γαλατίας). Γράφει ο Ιουλιανός στον Μισοπώγωνα: «Περιορίζω τον εαυτό μου, τον κρατάω μακριά από τα θέατρα. (…) Αποστρέφομαι τις ιπποδρομίες.» Να κατηγορήσουν και τον Πλάτωνα που τόσο πολύ μισούσε το θέατρο, ώστε αποκαλούσε θεατροκρατία τις παραστάσεις (Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 310). Οι θεατρικές παραστάσεις της εποχής εκείνης ήταν εντελώς αισχρές για την εποχή εκείνη, συμμετείχαν ακόμη και σε γυμνά σόου επί σκηνής γυναίκες ηθοποιοί με θεατρίνους και δεν είχαν καμμία σχέση με τις κλασσικές παραστάσεις του 4ου π.Χ. αι.
ιβ’) Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο επειδή θεωρεί ντροπή να οδύρεται κανείς, όπως οι «Έλληνες», για το θάνατο οικείου του. Τότε να κατακρίνουν και τη Σπάρτη, που απαγόρευε στις μανάδες των φονευθέντων στρατιωτών το θρήνο (Fustel De Coulanges, Η Αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 347). Να κατηγορήσουν και το Λυκούργο: «Ο Λυκούργος κατάργησε επίσης (..) τα πένθη και τα μοιρολόγια» (Πλούταρχου, Τα παλαιά των Λακεδαιμονίων επιτηδεύματα, 18 (238d)).
ιγ') Κατακρίνουν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο, επειδή καυτηριάζει το γυναικειο καλλωπισμό. Τότε να κατακρίνουν και το Σόλωνα που απαγόρευε στις γυναίκες να έχουν μαζί τους έξω πάνω από τρία φορέματα.
ιδ') Κατακρίνουν οι Νεοπαγανιστές τον Χρυσόστομο επειδή κατακρίνει τα πολλά γέλια. Τότε να κατακρίνουν και τον Πλάτωνα που τα απαγορεύει για τους νέους και δεν θέλει να παρουσιάζονται οι θεοί γελαστοί.
ιε') Κατηγορούν τον Χρυσόστομο επειδή απορρίπτει την Πολιτεία του Πλάτωνα υβρίζοντας την νοητική σύλληψή της. Καλά κάνουν, διότι επρόκειτο για μια πολιτεία όπου κανένας δεν ήξερε τον πατέρα και τη μητέρα του˙ ή μάλλον, μια πολιτεία όπου οι μανάδες όλων ήταν κοινές. Ο ίδιος ο Πλάτωνας σε ωριμότερη ηλικία γράφοντας τους Νόμους, πολλά από αυτά που πρότεινε στην Πολιτεία δεν τα επαναλαμβάνει. Κι ο Αριστοτέλης απέρριπτε την Πολιτεία.
ιστ') Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, επειδή θέλει τις κοπέλες να μη βγαίνουν έξω από τα σπίτια τους. Τότε να κατηγορήσουν και τους Πολυθεϊστές Αρχαίους Αθηναίους για το ίδιο πράγμα καθώς και τον Ξενοφώντα που γράφει «Για τη γυναίκα είναι περισσότερο πρέπον να μένει στο σπίτι παρά να τριγυρνάει έξω» (Οικονομικός 7,3).
Κατακρίνοντας λοιπόν, τον Χρυσόστομο οι Νεοπαγανιστές καταλήγουν να κατακρίνουν τμήμα της ελληνικης αρχαιότητας. Ίσως το μίσος των Νεοπαγανιστών ειδικώς με τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο οφείλεται στο ότι τους είχε τσακίσει με το συγγραφικό του έργο, γι’ αυτό έχουν τόση λύσσα εναντίον του, ειδικά επειδή ο Εθνικός ρήτωρ Λιβάνιος είχε πει, πως θα έχριζε διάδοχό του τον Ιωάννη Χρυσόστομο «αν δεν τον είχαν πάρει οι Χριστιανοί» (Σωζομενός, 8, 2). Ο Χρυσόστομος, σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόλογο του 19ου αι. Βιλάμοβιτς, δεν ήταν ένας τυχαίος ρήτορας˙ ήταν τόσο δεινός ρήτορας που οι υπόλοιποι ρήτορες της εποχής του φάνταζαν βάρβαροι μπροστά του. Δεν είναι δα και ελάχιστα οδυνηρό να συντρίβονται από κάποιον που θα μπορούσε να ήταν δικός τους. Ο κ. Γ. Σιέττος, που κατηγορεί ως ανθέλληνες τους πατέρες της Εκκλησίας, σ’ ένα βιβλίο του αφιερώνει 62 ολόκληρες σελίδες στον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο (ενώ για άλλους 61 εκκλησιαστικούς συγγραφείς αφιερώνει μόνο από μία έως τέσσερις σελίδες στον καθένα!) κατηγορώντας τον για πράγματα παρόμοια με τις προαναφερθείσες κατηγορίες.
Οι Ν/Π καταφέρονται ενάντια στην Ομιλία ΞΣΤ’ 3 (Εις τον Αγιον Ιωάννην Ευαγγελιστήν). Τι λέει όμως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και γιατί; Λέει: «Διότι αυτοί οι άνθρωποι [οι Εθνικοί] δε μπόρεσαν να ανακαλύψουν τίποτε λογικό, ούτε σε ό,τι αφορά το θεό ούτε την δημιουργία, και πράγματα που μια χήρα Χριστιανή είναι εξοικειωμένη, ο Πυθαγόρας δεν τα ήξερε, αλλά είπε ότι η ψυχή μετατρέπεται σε θάμνο, ή σε ψάρι ή σε σκύλο. Σ’ αυτά, πείτε μου, πρέπει να δώσετε προσοχή; (...) Για παράδειγμα, ο πρώτος ανάμεσά τους είπε ότι το νερό ήταν θεός, ο διάδοχός του την φωτιά, ένας άλλος τον αέρα και όλοι κατέληγαν σε πράγματα σωματικά. Θα ΄πρεπε εμείς, πείτε μου, να θαυμάζουμε αυτούς που ποτέ δεν είχαν την ιδέα ενός ασώματου θεού;» Δεν λέει κάτι παράλογο ο Χρυσόστομος, κι όλες αυτές τις ιδέες περί υλικού Θεού τις ονομάζει πύον και ακαθαρσίες και σκουλίκια.
Ορισμένοι απορούν για το ύφος του Χρυσοστόμου. Η αλήθεια είναι ότι ο Χρυσόστομος απλώς εκινείτο στο πλαίσιο των ανεκτών ρητορικών υπερβολών της εποχής του. Η γλώσσα του «φέρει τα γνωρίσματα της ρητορείας της εποχής και δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από αυτήν. Έτσι, η φράση «μιαροὶ καὶ παμμίαροι» δεν ακουόταν τότε, όπως τα σημερινά «βρωμεροί και πανάθλιοι», που είναι μετάφραση του συγγραφέα. Το ίδιο ισχύει και για την φράση «κἂν πάνυ ἀναισχυντοῖεν» και τη σημερινή απόδοσή της «τελείως ανδιάντροποι»!» (π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;, εκδ. Αρμός, σ. 87). Ο Χρυσόστομος δεν μισεί τους Εθνικούς, διότι κατηγορεί τους Χριστιανούς ότι «ἡμεῖς γὰρ ἐσμὲν αἴτιοι, ἡμεῖς, τοῦ μένειν αὐτοὺς ἐπὶ τῆς πλάνης» (Ομιλία ΟΒ’, «Περί της αγάπης και βίου ορθού..»). Ερμηνεύοντας, μάλιστα, το δ’ κεφάλαιο των Πράξεων (PG 60,96 ε.) ασκεί αυστηρή κριτική στους Χριστιανούς, διότι, αν ακολουθούσαν την κοινοκτημοσύνη των Χριστιανών των Ιεροσολύμων, «τίς ἂν Ἕλλην ἔμενεν λοιπόν;» Το αντιφατικό με τους κατήγορους του Χρυσοστόμου είναι, ότι οι μεν Εβραίοι τον κατηγορούν ως αντιιουδαίο, ενώ οι Νεοπαγανιστές ως εβραιόψυχο ανθέλληνα. Κι αυτό, γιατί δεν καταλαβαίνουν τα κίνητρα του Χρυσοστόμου.
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε στον υποτιθέμενο αντισημιτισμό του Χρυσόστομου. Αρχικά, αναφορικά με τους τίτλους Κατά Ιουδαίων ορισμένων λόγων του πρέπει να γνωρίζουμε ότι «οι τίτλοι δεν ανήκουν στους ίδιους τους Πατέρες, αλλά στους αντιγραφείς ή πρώτους εκδότες» (π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;, εκδ. Αρμός, σ. 79). Επιπλέον πρέπει να γνωρίζουμε την αιτία για τη συγγραφή των ομιλιών αυτών: «Στην Αντιόχεια...μεγάλες ομάδες [των Χριστιανών] δεν διέκριναν μεταξύ χριστιανισμού και ιουδαϊσμού και γι’ αυτό μετείχαν στις θρησκευτικές εορτές, στις τελετές και στις νηστείες των ιουδαίων. Χριστιανοί ζητούσαν θαυματουργίες από τους ραββίνους με τα φυλακτά και τις τελετές που αυτοί ενεργούσαν. Το γεγονός αυτό είχε τεράστια σωτηριολογική και θεολογική σημασία για τον Χρυσόστομο, που το έβλεπε ως επικίνδυνη πληγη, αφού η σωτηρία προϋποθέτει απαραίτητα ενσυνείδητη ορθή πίστη και γνήσια λατρεία. Έτσι αποφασίζει να ομιλήσει για τους ιουδαίους διακόπτοντας μάλιστα τις Ομιλίες του Περί ακαταλήπτου του Θεού και Κατά Ανομοίων, όχι από ιδεολογική εναντίον τους τοποθέτηση, αλλά για να θεραπεύσει την πληγή, το "νόσημα" των χριστιανών και να τους προστατεύσει από θρησκευτικές πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο την σωτηρία τους (...) Πρέπει να λεχθεί ότι ο Χρυσόστομος δεν μιλούσε αυστηρά μόνο κατά των ιουδαίων. Με τον ίδιο και πιο αυστηρό τρόπο μιλούσε και κατά των Ανομοίων, των αιρετικών γενικά και των Γνωστικών ή των εθνικών. Αυτό συνέβαινε, διότι ο λόγος των αντιαιρετικών και των αντιιουδαϊκών Ομιλιών του υπήρξε ο ίδιος, η προστασία των πιστών από τις ετεροδιδασκαλίες» (Στ. Π. Παπαδόπουλος, στο π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;, εκδ. Αρμός, σ. 81, 84). Ο Χρυσόστομος ούτε φυλετιστής ήταν βέβαια, προτρέπει μάλιστα – όπως παραθέσαμε το σχετικό εδάφιο – να μην ανταποδίδουν το κακό στους Ιουδαίους οι Χριστιανοί.
Τον Χρυσόστομο τον επαίνεσαν ακόμη και άνθρωποι σαν τον Κορδάτο. Γράφει ο Κορδάτος για την εποχή του Χρυσοστόμου: «Μόνο ένας στάθηκε τίμιος και υποστηριχτής του λαού. Αυτός ήταν ο Πατριάρχης Ιωάννης, που ο λαός τον ονόμασε Χρυσόστομο. Μέρα νύχτα διαμαρτύρονταν για τις αισχρότητες που γίνονταν στο παλάκι και για την εκμετάλλευση του κοσμάκη (...). Αγωνίστηκε όσο μπορούσε να συγκινήση τους παλατιανούς, τους παραλήδες και τους ευγενείς να πάρουν τα μέτρα που έπρεπε, μα δεν κατάφερε τίποτα. (...) Επειδή όμως δεν χάριζε κάστανα σε κανένα και ξεσκέπαζε τις βρωμιές του παλατιού και της αριστοκρατίας κι ακόμα μαστίγωνε και πολλούς κληρικούς, βρήκε τον μπελά του. Η βασίλισσα,που μισούσε τον Χρυσόστομο και οι φίλοι της οι παλατιανοί, τα κατάφεραν να καλέσουν Σύνοδο, να τον καθαιρέσουν και να τον εξορίσουν. Μα επειδή έγιναν ταραχές και οι λαϊκές μάζες ξεσηκώθηκαν, αναγκάστηκαν να τον φέρουν από την εξορία και να του ξαναδώσουν τον πατριαρχικό θρόνο.
Ο Χρυσόστομος, φυσικά, δεν άλλαξε μυαλά. Μαχητικός και αγωνιστής άρχισε τα ίδια. Οι ρητορικοί του λόγοι ήταν καφτό σίδερο για τους παλατιανούς και τους εκμεταλλευτές του λαού. Βλέποντας σε ποια αθλιότητα και δυστυχία είχαν καταντήσει οι παραγωγικές μάζες, ύψωσε τη φωνή του και συνιστούσε να παρθούν μέτρα για να σταματήση το κακό. Σ’ ένα λόγο του (Ομιλία 61 εις Ματθαίον, PG 58, 591) μαζί με άλλα στιγμάτιζε τους μεγαλοχτηματίες και γενικά τους εκμεταλλευτές των καλλιεργητών της γης.
Ένας τέτοιος όμως ιεράρχης που στέκονταν δίπλα στον πάσχοντα λαό, δεν ήταν ανεχτός στην κυρίαρχη τάξη και στους παλατιανούς, που τους ξεσκέπαζε τα αίσχη τους. Γι’ αυτό τον ξανάστειλαν στην εξορία, όπου και πέθανε» (Γιάνη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 57-58). Αυτός ήταν ο Χρυσόστομος, που κάτι υβριστές τον αποκαλούν ανθέλληνα.
15h ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Κατηγορούν οι Νεοπαγανιστές ακόμη κι αυτόν τον Μέγα Βασίλειο ως ανθέλληνα!
-αποκαλούν ανθέλληνα τον Μ. Βασίλειο που, στον λόγο του «Εν Λιμώ και Αυχμώ» επαινεί την Αρχαία Σπάρτη και τους Έλληνες γράφοντας «..Σε μερικούς από τους Έλληνες η φιλανθρωπία ήταν νόμος, με την καθιέρωση κοινών συσσιτίων, με τη δημιουργία σχεδόν κοινής εστίας για το λαό»! ( «Αἰδεσθῶμεν Ἑλλήνων φιλάνθρωπα διηγήματα. Παρά τισιν ἐκείνων νόμος φιλάνθρωπος μίαν τράπεζαν, καὶ κοινὰ τὰ σιτία, μίαν ἑστίαν σχεδὸν τὸν πολυάνθρωπον δῆμον ἀπεργάζεται») (PG 31, 324C).
-αποκαλούν ανθέλληνα αυτόν που εκαυχάτο πως το γένος της μητέρας του, της Εμμέλειας, κατάγεται από τους Μολιονίδες-Ηρακλείδες, δηλαδή είναι γνήσιο ελληνικό.
-αποκαλούν τον Μέγα Βασίλειο όχι απλώς «ανθέλληνα», αλλά και «φονιά και εγκληματία» που «έφερε σφαγές» (εννοείται δίχως αποδείξεις). Τον Μ. Βασίλειο, ο οποίος τόσο πολύ φρόντιζε, ανεξαρτήτως θρησκείας, για το λαό της Καππαδοκίας, ώστε την κηδεία του παρακολούθησαν εκτός από τους Ορθοδόξους ακόμη και οι Ειδωλολάτρες και οι Ιουδαίοι θρηνώντας για το θάνατό του, γιατί υπήρξε και δικός τους ευεργέτης σώζοντάς τους από βέβαιο θάνατο (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Κ. Παπαρηγόπουλου, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992, τ. 8, 3). «Ο Θεός δεν αγαπά αυτό που γίνεται αναγκαστικά, αλλά αυτό που κατορθώνεται με την αρετή. Η δε αρετή επιτυγχάνεται με την ελεύθερη προαίρεση», γράφει ο Μέγας Βασίλειος (Ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός, 7 (PG 31, 345B)). Αυτόν κατηγορεί ο Βλ. Ρασσιάς (στο Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Α’, σ. 240) ότι «προτρέπει ευθέως σε εξόντωση όλων των "αιρετικών"».
-αποκαλούν ανθέλληνα τον Μέγα Βασίλειο, αυτόν που αποκαλεί τον Όμηρο «δάσκαλο όλων των αρετών» και προτρέπει την ανάγνωσή του, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που αποτρέπει από αυτήν.
-αποκαλούν ανθέλληνα τον Μ. Βασίλειο, ο οποίος γράφει ότι η μελέτη των Ελληνικών κειμένων είναι πολύ ωφέλιμη, είτε αυτά συμφωνούν με το Χριστιανισμό είτε όχι. Αυτόν αποκαλούν ανθέλληνα οι «Έλληνες Εθνικοί».
-Οι Νεοπαγανιστές υποστηρίζουν ότι ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του Προς τους νέους δεν προσπαθεί να υπερασπίσει την αρχαία γνώση, αλλά απλώς να υποδείξει στους νέους με ποιον τρόπο μελετώντας τα αρχαία κείμενα θα έπαιρναν τα καθεαυτά καλά. Η κατηγορία των Νεοπαγανιστών προϋποθέτει έναν κρυφοεθνικισμό: ότι όλα όσα είπαν οι αρχαίοι είναι καλά. Πράγμα που δεν ευσταθεί φυσικά. Υπήρξαν πολλοί φιλόσοφοι με αντίθετες απόψεις. Λογικά, τουλάχιστον σ’ αυτήν την περίπτωση, δεν γίνεται να είναι ταυτόχρονα καλές οι απόψεις δύο συγκρουόμενων φιλοσόφων! Πολύ καλά και λογικά λοιπόν, ο Μέγας Βασίλειος κατανοεί ότι, δεν είναι καλά όλα όσα είπαν οι αρχαίοι, και θέλει να διδάξει τον τρόπο να αποφεύγονται τα άσχημα και να επιλέγονται τα καλά. Οι Νεοπαγανιστές κάνουν το αντίθετο, προφανώς. Αλλά, σ’αυτήν την περίπτωση, ας μας πουν, γιατί ο Ιουλιανός απαγόρευε σε ειδωλολάτρες την ανάγνωση των έργων του Επίκουρου, του Αρχίλοχου, του Πύρρωνα κ.ά.; Μήπως επειδή εννούσε, όπως κι ο Μ. Βασίλειος, ότι δεν είναι όλα καλά; Αλλά, αφού θεωρούν ότι είναι «ανθελληνικό» να συνιστάς επιλεκτική ανάγνωση των αρχαίων κειμένων, τότε να κατηγορήσουν και τον Πλούταρχο, ο οποίος έγραψε το Πώς δει τον νέον ποιημάτων ακούειν, στο οποίο προτείνει επιλεκτική προσέγγιση των αρχαίων ποιητών. Ανθέλληνας, λοιπόν, κι ο Πλούταρχος, αφού απορρίπτει τμήμα των «ελληνικών λόγων».
Στο έργο του Προς τους νέους, ο Μέγας Βασίλειος επαινεί (κεφ. 3) τον Ησίοδο για τους στίχους 285-290 του Έργα και Ημέραι, που γράφτηκαν για να προτρέπονται οι νέοι στην αρετή. Γράφει (κεφ. 4) «πᾶσα μὲν ἡ ποίησις τῷ Ὁμήρω ἀρετῆς ἐστὶν ἔπαινος». Επαινεί τον Θέογνι (Ελεγεία, 157) και τον Σόλωνα (Πλούταρχου, Σόλων, 3) για την άποψή τους περί πλούτου. Γράφει για τον φιλόσοφο Πρόδικο ότι «πρέπει να προσέξουμε και αυτόν, διότι ο άνδρας δεν είναι αξιοκαταφρόνητος» και συνεχίζει «σχεδόν όλοι αυτοί [οι μη Χριστιανοί] που φημίζονται για τη σοφία τους, ο καθένας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, ανάλογα με τη δύναμή τους, εξύμνησαν την αρετή στα συγγράμματά τους. Σ’ αυτούς πρέπει να δώσουμε εμπιστοσύνη και να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τους λόγους τους στη ζωή μας». Επίσης επαινεί τον Περικλή και τον Ευκλείδη από τα Μέγαρα, για την απάθειά τους προς τους υβριστές, την οποία παρομοιάζει με την προτροπή του Κατά Ματθαίον 5, 44. Επαινεί (κεφ. 5) τον Σωκράτη για την αταραξία του γράφοντας «επειδή αυτά τα παραδείγματα οδηγούν σχεδόν στον ίδιο σκοπό με τα δικά μας, των Γραφών, λέω ότι αξίζει πολύ να τα μιμηθείτε κι εσείς» και παρομοιάζοντας τη συμπεριφορά τους με την προτροπή του κατά Ματθαίον 5, 39. Επαινεί ο Μέγας Βασίλειος την ηθικότητα του Αλέξανδρου προς τις αιχμάλωτες γυναίκες του Δαρείου (Αρριανού, Ανάβασις, 4, 19, 7) λέγοντας πως μοιάζει σαν εφαρμογή του Κατά Ματθαίον 5, 28. Επαινεί τον Κλεινία, μαθητή του Πυθαγόρα, που δεν έδινε όρκο (Ιάμβλιχου, Βίος Πυθαγόρα, 28), όπως ακριβώς προστάζει η Έξοδος, 20, 7. Θαυμάζει (κεφ. 7) την ολιγάρκεια του Διογένη για τα ρούχα (Διογένης Λαέρτιος, 6, 2, 54), επαινεί τη σωστή χρήση της μουσικής από τον Πυθαγόρα, την αντίληψη του Πυθαγόρα για τη λαιμαργία. Βρίσκει κοινή την άποψη του απ. Παύλου (Προς Ρωμ. 13, 14) και του Πλάτωνα (Πολ., 411a) ότι το σώμα πρέπει να το φροντίζουμε όσο πρέπει κι όχι υπερβολικά. Θαυμάζει (κεφ. 8) τον Διογένη για την περιφρόνησή του προς τα περιττά αγαθά, γεγονός που τον έκανε «πλουσιότερο από τον μεγάλο βασιλιά». Βρίσκει σωστό το ρητό του Σωκράτη (Δίωνα Χρυσόστομου, Περί βασιλείας, 3, 102) ότι ο τρόπος χρήσης του πλούτου κι όχι ο πλούτος καθεαυτός είναι η αιτία για θαυμασμό. Κρίνει σωστή τη συμβουλή του φιλόσοφου Βίαντα στο γιό του (Διογένης Λαέρτιος, 1, 5, 88). Προτρέπει να θυμόμαστε τη συμβουλή του Πυθαγόρα, ότι καθένας μόνος του πρέπει να διαλέγει τον άριστο βίο (Πλούταρχου, Περί εξορίας, 8).
15i ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει (Επιστολή λβ’, Φιλαγρίω): «Επαινώ των στωικών τη μεγαλοφροσύνη και τη γενναιότητα, που διδάσκουν ότι καθόλου τα εξωτερικά πράγματα δεν εμποδίζουν στην ευδαιμονία. (...) Θαυμάζω επίσης και τους ομοίους [όσων υπέμειναν με γενναιότητα τη δυστυχία] των από τους εθνικούς λ.χ. τον Ανάξαρχο, τον Επίκτητο, το Σωκράτη, για να μην αναφέρω πολλούς». Επιδοκιμάζει την άποψη των τραγικών (Επιστολή πη’, Νεκταρίω) «να μην απολαμβάνεις μόνς την ευτυχία, όπως λένε οι τραγικοί, αλλά να συμμερίζεσαι κατά ένα μέρος και τα δεινά των φίλων σου». Επίσης (Λόγος κη’, 4) «Πρέπει να θέσωμεν ως αρχή το εξής που είπε κάποιος, επιτυχώς κατά τ γνώμη μου, από τους Έλληνες θεολόγους φιλοσοφώντας περί Θεού [Πλάτων, Τίμαιος, 28c]» και (Λόγος λα’, 5): «οι θεολογικότεροι εκ των Ελλήνων εικά και μάλιστα αυτοί που μας πλησιάζουν περισσότερον, το εφαντάσθησαν [το Άγιο Πνεύμα] μεν, όπως εγώ νομίζω, αλλά διεφώνησαν εις την ονομασίαν, και το ωνόμασαν "νουν του παντός" ή "θύραθεν νουν" και τα παρόμοια» και (Εις Ήρωνα τον φιλόσοφον, 6): «Από την Κυνικήν φιλοσοφίαν περιεφρόνησε την αθεΐαν, επήνεσε την απλότητα αυτής». Επίσης αποκαλεί εραστές της σωφροσύνης ο άγιος Γρηγόριος τον Επίκουρο, τον Πολέμωνα, τον Δίωνα, τον Μέγα Αλέξανδρο (λόγος Περί αρετής, PG 37, 736): «Ποιος δεν έχει ακούσει για τον κυνικό από τη Σινώπη; Τι άλλο πρέπει να σας πώ παρά ότι ήταν τόσο ολιγαρκής και λιτοδίαιτος;» (στ. 218)• «Ο Επίκουρος αγωνιζόταν η ηδονή να είναι το έπαθλο των δικών μου αγώνων, στην οποία καταλήγουν όλα τα καλά των ανθρώπων» (στ. 787)• «κόσμια και φρόνιμα ζούσε βοηθώντας με τη ζωή του τη διδαχή του» (στ. 791)• «ποιος πάλι δεν επιδοκιμάζει τούτο που έκανε ο Αλέξανδρος;» (στ. 818).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον «Κατά Ιουλιανού» λόγο του, ο οποίος γράφτηκε αμέσως μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, την αποτυχία του διωγμού των Χριστιανών από τους Παγανιστές και την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού και που μερικοί τον κρίνουν ως «δείγμα δειλίας» γράφει (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός δεύτερος, 36-37) τα εξής πράγματα: «Συνηθίζει ο άνθρωπος, όταν έρθει στην εξουσία, να αντιδρά κακώς, όταν μάλιστα συμβεί να είναι δίκαια οργισμένος για όσα υπέφερε, ελάχιστα πείθεται σε λόγο που ανακόπτει το θυμό. Είναι άξιο όμως να ακουστεί και να γίνει ευπρόσδεκτο. Ας μη χρησιμοποιήσουμε την ευκαιρία με απληστία, ας μην απολαύσουμε με ηδονή την εξουσία, ας μη κάνουμε αυτά που καταδικάσαμε. Αλλά αφού απολαύσαμε την μεταβολή, όσο για να αποφύγουμε τα δεινά, ας μισήσουμε ό,τι έχει σχέση με αντεκδίκηση. Είναι αρκετή τιμωρία στους μέτριους ο φόβος αυτών που τους είχαν λυπήσει και η προσδοκία ότι θα πάθουν αυτά που τους αξίζουν.
Ας μη θελήσουμε να συναγωνιστούμε στην οργή, ούτε να φανούμε υποδεέστεροι τιμωροί από όσο αξίζουν. Αλλά επειδή δεν μπορούμε να εισπράξουμε το παν, ας συγχωρήσουμε το παν. Ας γίνουμε κατά τούτο ανώτεροι και υψηλότεροι από εκείνους που μας αδίκησαν. Ας δείξουμε τι διδάσκουν οι δαίμονες σ’ αυτούς και με τι μας εκπαιδεύει ο Χριστός. Ας αυξήσουμε το μυστήριο με αγαθότητα.
Ας νικήσουμε με επιείκια αυτούς που μας τυράννησαν. Αν κανείς έχει βασανιστεί πολύ σκληρά, ας αφήσουμε στο Θεό τους βασανιστές και στο μετά θάνατο δικαστήριο. Ας μη διανοηθούμε δήμευση της περιουσίας, ας μη τους οδηγήσουμε ενώπιον δικαστηρίων, ας μη τους απελάσουμε από την πατρίδα, ας μη τους βασανίσουμε με μαστίγια και, για να μιλήσω με συντομία, ας μη τους κάνουμε τίποτε από όσα πάθαμε. Ας τους κάνουμε κι αυτούς επιεικέστερους, ει δυνατόν, με το δικό μας παράδειγμα.
Αν κανενός ο γιος, ο πατέρας, η γυναίκα, κάποιος συγγενής, φίλος ή κανείς άλλος από τα προσφιλή του πρόσωπα έχει βασανιστεί, ας καταστήσουμε σε όλους τα πάθη τους άξια μισθαποδοσίας με το να τους πείσουμε να υποφέρουν με καρτερία όσα υπέστησαν. Ας τους χαρίσουμε αυτό ως το μεγαλύτερο από κάθε άλλο δώρο».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ρωτά έναν φανταστικό Ειδωλολάτρη (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 98): «Σκέψου αυτό: κατά τον καιρό που εμείς είχαμε τη δύναμη, πότε έγινε κάτι τέτοιο από τους Χριστιανούς εις βάρος των δικών σας, από αυτά που συνέβησαν πολλές φορές εις βάρος των Χριστιανών; Ποια ελευθερία ενέργειας σας στερήσαμε; Εναντίων τίνων εξεγείραμε εμπαθείς όχλους; Επί τίνων τοποθετήσαμε άρχοντες, που ενεργούσαν περισσότερα από όσα διατάζονταν; Σε ποιους επισείσαμε τον κίνδυνο της ζωής; Ποιους διώξαμε από την εξουσία και άλλες τιμητικές θέσεις, που ανήκουν στους άριστους; Και, για να πω με συντομία, σε ποιον κάναμε κάτι τέτοιο, από αυτά που άλλα μεν κάνατε, με άλλα [από αυτά] εσείς απειλήσατε; Αλλά δεν μπορείτε να μιλάτε ούτε εσείς, οι οποίοι μας κατηγορείτε για την πραότητα και την φιλανθρωπία». Αυτά τα λόγια δείχνουν το ανεξίκακο του Γρηγόριου αλλά και επιβεβαιώνουν ότι προ Ιουλιανού δεν υπήρξαν διώξεις και συνεπώς ο εκχριστιανισμός της πλειοψηφίας των κατοίκων της Αυτοκρατορίας είχε γίνει ειρηνικά.
Ο Γ. Σιέττος (Ο ανθελληνισμός στα πατερικά και εκκλησιαστικά κείμενα, σ. 315) ισχυρίζεται ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (μαζί με άλλους Πατέρες) αποκαλούσε «μισοχριστότατον» τον αυτοκράτορα Ουάλη, επειδή ο τελευταίος ακολουθούσε «πολιτική υποστήριξης της ανεξιθρησκίας». Οι αρχαιολάτρες συνήθως διαστρέφουν είτε τα γεγονότα είτε (εδώ) τις αιτίες. Ο Ουάλης ήταν αιρετικός Αρειανιστής αυτοκράτορας και δίωξε σκληρά τους Ορθόδοξους. Γι’ αυτό τον μέμφεται ο άγιος Γρηγόριος˙ όχι για την «ανεξιθρησκία» του, η οποία ως γνωστόν εφαρμοζόταν για όλους πλην των Ορθοδόξων.
15j ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑ «ΕΛΛΗΝΩΝ»
Μιλάνε για τα δήθεν αναθέματα της Εκκλησίας κατά της ελληνικής παιδείας οι νεοπαγανιστές. Όμως τα εκκλησιαστικά κείμενα δεν καταδικάζουν την ελληνική παιδεία καθεαυτή. Χαρακτηριστικό είναι τα Κεφάλαια κατά Ιωάννου του Ιταλού, (11ος αι.) όπου διαβάζουμε τα εξής
«(..) ε΄) Τοῖς τὰ Ἑλληνικὰ δεξιοῦσι μαθήματα, καὶ μὴ διὰ παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλὰ καὶ ταῖς δόξαις αὐτῶν καὶ ταῖς ματαίαις ἑπομένοις, καὶ ὡς ἀληθέσι πιστεύουσι, καὶ οὕτως αὐταῖς, ὡς βέβαιον ἔχουσαις (...) ἀνάθεμα». Δηλαδή: «Για όσους μαθαίνουν τα «Ελληνικά» όχι μόνο για να μορφωθούν, αλλά και για να πιστεύουν στις «ελληνικές» γνώμες ως σωστές (...) ανάθεμα».
Είναι προφανές ότι αναθεματίζεται όποιος Χριστιανός πιστεύει στις προχριστιανικές μεταφυσικές γνώμες κι όχι όποιος Χριστιανός απλώς διδάσκεται και ερευνά τις προχριστιανικές γνώμες. Το ανάθεμα απευθύνεται προς μέλη της Εκκλησίας με σκοπό τη διασαφήνιση της χριστιανικής πίστης και την προφύλαξή της από ετεροδοξίες, και δεν απευθύνεται «προς άπαντες» – όπως εξεπίτηδες υποστηρίζουν οι Νεοπαγανιστές – , ώστε να απαγορεύει η Εκκλησία σε αλλόδοξους να μαθαίνουν και να πιστεύουν σε παγανιστικές δοξασίες.
Δηλαδή, πού βρίσκουν το παράξενο οι αρχαιολάτρες; Στο ότι ένας Χριστιανός δεν μπορεί να είναι Χριστιανός και ταυτόχρονα να πιστεύει στις αρχαίες μεταφυσικές γνώμες (Και σε ποιες από τις δεκάδες διαφορετικές γνώμες θα πρεπε να πιστεύει, ώστε να θεωρείται Έλληνας; Μήπως υπήρχε μία μόνο αρχαία μεταφυσική γνώμη;); Δεν θα έπρεπε η Εκκλησία να ορίσει με σαφήνεια τα όρια μεταξύ της ιδιότητας του Χριστιανού που μελετά τα αρχαιοελληνικά δόγματα, και του μη Χριστιανού, ο οποίος (όχι απλώς μελετά τα αρχαία κείμενα, αλλά επιπλέον) πιστεύει στα αρχαιοελληνικά δόγματα; Λογικό δεν είναι ότι όσοι Χριστιανοί πιστεύσουν σε δόγματα διαφορετικά από αυτά του Χριστιανισμού παύουν αυτονόητα να είναι Χριστιανοί; Ε, αυτό το προφανές πράγμα εκφράζει ο αναθεματισμός. Αναθεματισμός που γίνεται, ας το ξανατονίσουμε, όχι κατά Ελλήνων το γένος, όχι κατά μη Χριστιανών, αλλά προς Χριστιανούς. Στο κάτω κάτω, το «ανάθεμα» της Εκκλησίας δεν είναι κάτι το τρομερό, ούτε είναι ρίξιμο στην πυρά. Είναι απλώς η «πιστοποίηση» ότι ο αναθεματισμένος έχει παύσει να είναι μέλος της Εκκλησίας.
Δεν πρόκειται για καταδίκη καθεαυτής της αρχαιοελληνικής δοξασίας˙ καθένας μη Χριστιανός μπορεί να την αποδέχεται ως αληθή κι ως βέβαιη. Πρόκειται για καταδίκη της άποψης ότι αυτές οι δοξασίες, που έχουν σχέση με τον πολυθεϊσμό, την μετεμψύχωση κ.ά., είναι χριστιανικές. Άρα η Εκκλησία δεν καταδικάζει ούτε λ.χ. τους Πλατωνικούς ή τον Πλατωνισμό˙ καταδικάζει τους Χριστιανούς που στα δογματικά ζητήματα πλατωνίζουν. Αν κάποιος δεν είναι Χριστιανός, ούτε θα δικαιούτο η Εκκλησία να τον αναθεματίσει, αλλά ούτε και έπραξε ποτέ κάτι τέτοιο.
Αλλά, πώς να περιμένει κανείς από ανίδεους πολυθεϊστές και ειδωλολάτρες να κρίνουν ή να καταλάβουν καν τι σημαίνει «αναθεματισμός», σε ποιους απευθύνονται οι αναθεματισμοί και τι λέει ο συγκεκριμένος αφορισμός, τη στιγμή που κι ο γνωστός αρθρογράφος κ. Μ. Πλωρίτης (Βήμα, 11/6/2000) γράφει «...Και το 797 η Σύνοδος της Νικαίας, αναθεμάτιζε όσους μελετούσαν διεξοδικώς τα ελληνικά μαθήματα» όχι απλώς αγνοώντας ότι το κείμενο αυτό εγράφη τον ένατο και τον ενδέκατο αιώνα κι όχι το 797 – καμμία σύνοδος δεν διεξήχθη το 797 – αλλά επιπλέον διαστρεβλώνοντας το κείμενο του αναθεματισμού, ισχυριζόμενος ότι η Σύνοδος απαγόρευσε ακόμη και την ίδια την μελέτη; Εκτός κι αν ο κ. Πλωρίτης με το «διεξοδική μελέτη» εννοεί «την αποδοχή όλων όσα λεν τα ελληνικά κείμενα», δηλαδή ότι μόνο άμα πιστεύεις και συμφωνείς με ό,τι γράφει ένας συγγραφέας, τον μελετάς διεξοδικά. Π.χ. για να κατανοήσεις το Mein Kampf του Χίτλερ, πρέπει να είσαι ναζιστής ώς το κόκκαλο.
Παρόμοια περίπτωση, με θύτη αυτή τη φορά την Λ. Ζωγράφου, που, όπως όλοι οι ομόφρονές της, αντιγράφοντας ως τυφλοσούρτη την ξένη βιβλιογραφία, χωρίς να ρίξει έστω μια ματιά στις πηγές, έγραψε για κάποιον εκκλησιαστικό συγγραφέα ονόματι Didache, μη (Αντιγνώση, εκδ. Αλεξάνδρεια, σ. 273) γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται περί προσώπου, αλλά για το αρχαίο (1ος μ.Χ. αι.) κείμενο με τίτλο «Διδαχαί των Αγίων Αποστόλων». Πώς μετά οι Νεοπαγανιστές να κάνουν κάτι καλύτερο;
Αλλά ακόμη και οι ειδωλολατρικές γιορτές, στις οποίες αναφέρονται ονομαστικώς οι Σύνοδοι της Εκκλησίας (Πένθεκτη) είναι μόνο λατινικής προέλευσης: απαγορεύονται στους Χριστιανούς τα «Βοτά», γιορτή των αρχαίων Λατίνων ειδωλολατρών, τα «Βρουμάλια», επίσης των αρχαίων Λατίνων, και οι «Καλένδες», επίσης γιορτή του ρωμαϊκού ειδωλολατρικού ημερολογίου (κανόνας ξβ’).
15k ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ ΕΛΛΗΝΑΣ
Εδώ και πολύν καιρό, οι εθνικιστές αρχαιολάτρες παίζουν ένα ύπουλο παιχνίδι, προκειμένου να πείσουν τον κόσμο ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν ανθέλληνες και μισούσαν το ελληνικό έθνος της εποχής εκείνης. Πρόκειται για μια από τις πιο γνωστές απόψεις των Νεοπαγανιστών.
Καταρχήν, πρέπει να τονιστεί ότι, μετά το 212 μ.Χ. με διάταγμα όλοι οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας απέκτησαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη και ήταν πλέον Ρωμαίοι. Οι περισσότεροι αυτοκράτορες προέρχονταν από περιοχές εκτός της Ιταλίας. Η σημερινή Ελλάδα χωριζόταν σε δύο επαρχίες που ονομαζόταν Μακεδονία και Αχαΐα.
Στην Καινή Διαθήκη και στα κείμενα των Πατέρων συναντά κανείς χιλιάδες φορές τη λέξη «Έλληνας». Όμως οι Πατέρες και οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, όταν γράφουν «Έλληνας» δεν εννοούν κάποιον που ανήκει στο ελληνικό έθνος, αλλά τον ειδωλολάτρη, τον παγανιστή. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας, ένας π.χ. ειδωλολάτρης κάτοικος Ισπανίας, με καταγωγή από την Ισπανία αναφέρεται ως «Έλληνας», διότι είναι ειδωλολάτρης. Δεν είχε καμμία σχέση ο «Έλληνας» που συναντούμε στα πατερικά κείμενα με τον «Έλληνα» όπως τον κατανοούμε σήμερα, δηλαδή τον ανήκοντα στο ελληνικό έθνος. Παραδείγματα άπειρα. Δύο μόνο:
Κατά Μάρκον 7, 26, όπου γράφει «...ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει», που μεταφράζεται «η γυναίκα ήταν ειδωλολάτρις, Συροφοινίκισσα στην εθνικότητα». Αν το «Ἑλληνίς» σήμαινε «Ελληνίδα στην εθνικότητα», τότε το Κατά Μάρκον θα έγραφε «Ἑλληνὶς τῷ γένει» κι όχι «Συροφοινίκισσα τῷ γένει».
Ο Διγενής Ακρίτας, τον 10ο αιώνα, έχει μητέρα Χριστιανή και πατέρα «Έλληνα», σύμφωνα με το έπος. Ο πατέρας του, όμως, δεν είναι ελληνικής εθνικότητας ούτε ελληνόφωνος ούτε ελληνικής καταγωγής, αλλά αραβόφωνος Μουσουλμάνος Άραβας εμίρης. Εάν υποθέταμε ότι η λέξη «Έλληνας» είχε τη σημερινή σημασία, τότε ο πατέρας του Διγενή θα ήταν ελληνικής καταγωγής και εθνικότητας. Όμως είναι ξεκάθαρο πως ο «Έλληνας» είναι ο μη Χριστιανός Μουσουλμάνος αραβικής καταγωγής. Ο Φιλοστόργιος (στο Ζώσιμο) στα 425 μ.Χ. γράφει για κάποιον Άτταλο, τον οποίο επέβαλε ως βασιλιά στους κατοίκους της Ρώμης ο πολιορκητής της Αλάριχος: Οὗτος δὲ Ἴων μὲν ἦν τὸ γένος, Ἕλλην δὲ τὴν δόξαν. «Δόξα» είναι η θρησκεία. Μας αναφέρει τον τόπο προέλευσής του και τη θρησκεία του – όχι την εθνότητά του με το «Έλλην».
Το όνομα «Έλληνας» έχασε την έννοια τού «Έλληνας το γένος», και σταδιακά, από τον 11ο – 12ο αιώνα άρχισε να σημαίνει ξανά τον ελληνικής καταγωγής. Ώς τα τέλη του 15ου αιώνα, η διαδικασία αυτή είχε ολοκληρωθεί. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ 11ου και 15ου αιώνα συνυπήρχαν οι δύο σημασίες, στην αρχή κυριαρχούσε η θρησκευτική σημασία του «Έλληνας», ενώ στο τέλος κυριαρχούσε η εθνική σημασία.
Πέρα από αυτά τα παραδείγματα, η άποψη ότι το «Έλληνας» των κειμένων της Εκκλησίας σημαίνει τον ελληνικής εθνικόητας είναι παράλογη. Οι Πατέρες της Εκκλησίας συχνά αντιδιαστέλλουν «Χριστιανούς» και «Έλληνες». Η αντιδιαστολλή συνεπάγεται ή υποννοεί σύγκριση. Σύγκριση όμως είναι δυνατή μόνο μεταξύ ομοειδών «πραγμάτων» που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και στο ίδιο ευρύτερο σύνολο. Για παράδειγμα, η λέξη «Βουδδιστής» αναφέρεται στην θρησκευτική κατηγοριοποίηση, ενώ η λέξη «Αμερικάνος» στην εθνική κατηγοριοποίηση. Δε θα μπορούσαμε λοιπόν, να πούμε πως κάποιος «δεν είναι Αμερικανός, επειδή είναι Βουδδιστής». Η μια λέξη αναφέρεται στη θρησκεία, η άλλη στο έθνος. Μόνο εάν η λέξη «Αμερικανός» σήμαινε τον οπαδό μιας θρησκείας ή μόνον εάν η λέξη Βουδδιστής σήμαινε τον ανήκοντα σε ένα έθνος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν μπορεί κάποιος να ονομάζεται και «Αμερικανός» και «Βουδδιστής». Επίσης, δεν μπορούμε να προσθέσουμε ένα μήλο σε δύο σβήστρες και να βγάλουμε άθροισμα «τρία», διότι ανόμοιας κατηγορίας πράγματα ούτε συγκρίνονται ούτε προστίθενται. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Έλληνα» και τον «Χριστιανό» των πατερικών κειμένων. Όταν οι Πατέρες συγκρίνουν τον «Έλληνα» με τον Χριστιανό, το μόνο λογικό που μπορεί κανείς να υποθέσει είναι ότι ο «Έλληνας» και ο «Χριστιανός» ανήκουν στην ίδια κατηγορία, είναι ομοειδείς έννοιες. Επειδή όμως το «Χριστιανός» είναι θρησκευτική έννοια, είναι αναγκαίο και λογικό το «Έλληνας» για τους Πατέρες της Εκκλησίας να έχει επίσης θρησκευτική σημασία. Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Αποδεικνύεται λοιπόν, τόσο λογικά όσο και από τα κείμενα, ότι το «Έλληνας» των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεν σημαίνει τον Έλληνα στην καταγωγή, αλλά τον πολυθεϊστή. Κατά συνέπεια, οι αφορισμοί κατά «Ελληνικών απόψεων», οι λόγοι κατά «Ελλήνων» δεν έχουν στόχο το ελληνικό έθνος, αλλά τον πολυθεϊσμό και τις πολυθεϊστικές απόψεις.
Δυσανασχετεί ειρωνικά ένα αρχαιολατρικό περιοδικό, με την έκδοση σειράς πατερικών κειμένων, επειδή αυτή τιτλοφορείται «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», διότι αυτή, από τη μια μεταφράζει εντός των πατερικών κειμένων όλα τα «Έλληνας» ως «ειδωλολάτρης», αλλά αποκαλεί «Έλληνες» τους Πατέρες κάνοντας τάχα εξαίρεση στην μετάφραση της λέξης. Φυσικά, όταν κανείς θέλει να παίζει, σα μωρό παιδί, με τις λέξεις, μπορεί να διαμαρτύρεται, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει ότι πράγματι το «Έλληνας» των εκκλησιαστικών συγγραφέων σημαίνει τον Παγανιστή, κι ότι πράγματι οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι (οι περισσότεροι) Έλληνες στο γένος: με άλλα λόγια, η μετάφραση (όπως και κάθε μετάφραση) γίνεται με βάση τη σημερινή σημασία της λέξης «Έλληνας». Δεν είναι λογικό, τη στιγμή που μια λέξη έχει διαφορετική σημασία, να χρησιμοποιείται η παλαιότερη σημασία της, ειδικά όταν πρόκειται για μετάφραση κειμένου.
Ίσως μερικοί πουν ότι, λόγω της εξάπλωσης του ελληνικού πολιτισμού, ακόμη και οι μη Έλληνες στο γένος Παγανιστές είχαν γίνει Έλληνες, και συνεπώς, οι έννοιες Έλληνας (εθνικά) και μη ελληνικής καταγωγής Παγανιστής σήμαιναν το ίδιο πράγμα, οπότε γράφοντας «κατά Ελλήνων» οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς έγραφαν κατά Ελλήνων το γένος. Αυτό είναι λάθος. Η αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες το γένος ήταν που εγκατέλειψαν τους θεούς τους και το δωδεκάθεο για χάρη των ασιατικών παγανιστικών θεών, κι όχι το αντίθετο, δηλαδή οι Ασιάτες να εγκαταλείψουν τους θεούς τους για χάρη του δωδεκάθεου. Συνεπώς, αν ήταν να χαρακτηρίσουμε ένα έθνος βάσει της θρησκείας του, τότε τους Έλληνες το γένος της ρωμαϊκής εποχής θα έπρεπε να τους χαρακτηρίσουμε «Αιγύπτιους», διότι λάτρευαν την Ίσιδα, «Σύριους», διότι λάτρευαν την Κυβέλη, «Πέρσες», διότι λάτρευαν το Μίθρα, κι όχι «Έλληνες».
Δεν θα πρέπει να κατηγορήσουμε την Εκκλησία για την επικράτηση του «Ρωμαίος» και τον παραμερισμό του «Έλληνας». Η τύχη των δύο λέξεων ήταν προϊόν των πολιτικών εξελίξεων. Το όνομα «Ελλάς» χάθηκε, αφού δεν υπήρχε καν επαρχία της παγανιστικής Αυτοκρατορίας με το όνομα «Ελλάδα» (Αντιθέτως, επί ορθόδοξης ελληνικής Ρωμαίικης αυτοκρατορίας υπήρξε επαρχία Ελλάς, η οποία και ταυτιζόταν με την αρχαϊκή Ελλάδα). Το «Ρωμαίος» επικράτησε επειδή οι Ρωμαίοι δημιούργησαν την Αυτοκρατορία. Η ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη εδόθη το 212 μ.Χ., 170 χρόνια προτού η Ορθοδοξία γίνει η επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια, το «Ρωμαίος» θα επικρατούσε, είτε επικρατούσε ο Χριστιανισμός είτε όχι.
«Αξίζει βέβαια να σημειωθή και η προς την αντίθετη κατεύθυνσι απόπειρα αλλαγής της έννοίας του ονόματος των Ελλήνων στη λατινική μορφή του Γραίκοι. Ενώ το όνομα Έλλην στο στόμα των Χριστιανών κατέληξε να σημαίνει ειδωλολάτρης, το όνομα Γραικός στο στόμα των Ρωμαίων έτεινε να σημαίνη Χριστιανός. Οι πρώτοι Χριστιανοί της Ρώμης και των άλλων δυτικών πόλεων ήσαν κατά το πλείστο ελληνικής καταγωγής κι’ είχαν ως γλώσσα λατρείας και διδαχής την ελληνική (οι δεκατρείς από τους δεκάξι πρώτους πάπες ήσαν Έλληνες), κι’ έτσι οι Λατίνοι δεν έκαμαν διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Χριστιανών. Ο Τερτυλιανός τονίζει σ’ ένα από τα έργα του, «αν ο ρωμαϊσμός είναι σωτηρία για όλους, τότε γιατί δεν συμπεριφέρεσθε με εντίμους τρόπους προς τους Γραικούς;» (Quid nunc, si est Romanitas omnisalus, nec honestis tamen modis ad Graios estis? De Pallio 3, PL 2, 1094). Και ο Ιερώνυμος βεβαιώνει ότι κατά την παλαιότερη εποχή, όταν εμφανιζόταν στο δρόμο κάποιος Χριστιανός οι Ρωμαίοι εκραύγαζαν «οι γραικός, ο επιθέτης», δηλαδή ο Έλλην, ο απατεών. (Graecus impostor, Epist. 54 ad Furiam, PL 22, 552). Αυτή η προσωνυμία δείχνει φυσικά το φυλετικό μίσος των Ρωμαίων κατά των Ελλήνων, και συνεπώς επίσης κατά των Χριστιανών» (Π.Κ. Χρήστου, Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων, εκδ. οίκος Κυρομάνος, σ. 83).
Συνοψίζοντας:
1) Με τη λέξη «Έλληνες» εκείνη την εποχή δεν εννοείτο το ελληνικό έθνος, αλλά οι Παγανιστές ανεξαρτήτως εθνικότητας, γλώσσας ή καταγωγής˙ Ισπανοί και Σύριοι, Βρεττανοί και Αιγύπτιοι, Καρχηδώνιοι και Γαλάτες.
2) Είναι προφανές, ότι ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς δεν υπήρχαν μόνον Παγανιστές, αλλά και πλήθος Χριστιανών˙ δεν υπήρχαν μόνο Έλληνες το γένος, λάτρεις του Δία, αλλά και Έλληνες το γένος, λάτρεις του Χριστού, καθώς και Έλληνες το γένος, λάτρεις του Μίθρα.
3) Η Εκκλησία δεν έκανε καμμιά διάκριση με βάση την καταγωγή ή τη γλώσσα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας γράφοντας «κατά Ελλήνων» δεν έγραφαν κατά του ελληνικού έθνους, αλλά κατά των ειδωλολατρών, είτε αυτοί ανήκαν στο ελληνικό έθνος είτε στα υπόλοιπα έθνη της Αυτοκρατορίας.
4) Δεν υπήρχε καμμιά διαμάχη μεταξύ Ελλήνων το γένος (που ήταν ταυτόχρονα Παγανιστές) και Ρωμαίων το γένος (που ήταν Χριστιανοί), διότι όλοι οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας λέγονταν Ρωμαίοι και ήταν ρωμαίοι πολίτες.
Να πάψει λοιπόν το κουτοπόνηρο παιχνίδι των Νεοπαγανιστών-εθνικιστών αρχαιολατρών με τις δύο διαφορετικές σημασίες της λέξης «Ελληνας». Ποιον νομίζουν πως κοροϊδεύουν; Δεν μπορούν να κάνουν μια σωστή μετάφραση αρχαίων κειμένων; Όσοι, λοιπόν, αρχαιολάτρες εθνικιστές και Νεοπαγανιστές παρουσιάζουν πατερικά κείμενα αναφερόμενα σε «Έλληνες», ως απόδειξη του «ανθελληνισμού», δίχως να ερευνούν προσεκτικά, εάν αναφέρεται σε ελληνικής καταγωγής πληθυσμούς ή σε ειδωλολάτρες αδιακρίτως καταγωγής, λογικό είναι να υποθέσουμε, ότι αυτό που κάνουν οι αρχαιολάτρες εθνικιστές και Νεοπαγανιστές είτε έχει σκοπό την εξαπάτηση άλλων είτε είναι απόδειξη της αμάθειάς τους.
Οι Νεοπαγανιστές διαμαρτύρονται για τον χαρακτηρισμό «παγανιστές» (“pagani”= χωρικοί), που τους εδώθη από τον Μεγάλο Θεοδόσιο. Αλλά ξεχνούν δύο πράγματα, ή μάλλον αποφεύγουν να τα σκεφτούν: Πρώτον, κι ο Ιουλιανός – 20 χρόνια πριν τον Θεοδόσιο Α’ – αποκαλούσε «Γαλιλαίους» τους Χριστιανούς και ήθελε έτσι να αποκαλούνται, νομοθετώντας να αποκαλούνται έτσι (Γρηγόριου Θεολογου, Κατά Ιουλιανού), με σκοπό να τους ειρωνευτεί. Δεύτερον, ότι η ονομασία «Χριστιανοί» είναι εκ των ειδωλολατρών, και μάλιστα αυτοί την πρωτοέδωσαν στους Χριστιανούς της Αντιόχειας, για λόγους πάλι ειρωνικούς. Τι φωνάζουν για το «παγανιστές» οι νεοπαγανιστές; Ο χαρακτηρισμός αυτός άλλωστε δόθηκε διότι οι μόνοι λάτρεις των αρχαίων θεών ζούσαν κυρίως σε κώμες.
«Κατά Ιουλιανού» του Αγίου Γρηγόριου του Θεολόγου:
76. Εκείνο μεν λοιπόν και πολύ παιδαριώδες ήταν και κενό και δεν άρμοζε όχι μόνο σε άνδρα βασιλέα, αλλά ούτε και σε κανένα από εκείνους που διαθέτουν μετρίως ισχυρό νού, το ότι επειδή με την αλλαγή του ονόματος νόμισε ότι θα αλλάξει και η διάθεσή μας, ή ότι θα μας κάνει να ντρεπώμαστε, σα να κατηγορούμασταν για κάτι το πολύ αισχρό, καινοτόμησε αμέσως, όσον αφορά στην ονομασία μας, μάς ονόμασε και νομοθέτησε να καλούμαστε Γαλιλαίοι αντί Χριστιανοί, δηλώνοντας εμπράκτως ότι η προσωνυμία του Χριστού είναι πάρα πολύ ένδοξο και πολύτιμο πράγμα, (...) εκτός αν φοβόνταν τη δύναμη της ονομασίας, όπως οι δαίμονες, και γι' αυτό καθιέρωσε άλλο όνομα.
77. Εμείς όμως δε θα μπορούσαμε να γελοιοποιήσουμε τα ονόματά τους. Γιατι δεν υπάρχει τίποτε γελοιότερο το οποίο θα μπορούσαμε να διανοηθούμε από τους φαλλούς και τους ιθυφάλλους και τους μελαμπύγους και τους απύγους και τον τραγόποδα και τον αλαζόνα Πάνα.(...) Γιατί, τί θα μας εμπόδιζε κι εμάς, περιπαίζοντας κατά τον ίδιο τρόπο τον βασιλιά των Ρωμαίων, όπως νόμιζε απατηθείς από τους δαίμονες και ολόκληρης της Οικουμένης, να τον αποκαλούμε Ειδωλιανό και Πισαίο και Αδωναίο και Καυσίταυρο;
Όσο για τον τίτλο «Κατά Ελλήνων» ενός έργου του Μεγάλου Αθανασίου, τον οποίο οι εθνικιστές αρχαιολάτρες έχουν ανακηρύξει «φανατικό μισέλληνα», είναι γνωστό πως αυτός δεν ήταν ο αρχικός τίτλος του έργου. Όπως γράφει ο καθηγητής Πανεπιστημίου Π. Χρήστου, «ο τίτλος αυτός απαντά μάλλον μεταγενεστέρως, όπως π.χ. εις το ψευδοφωτιανόν Εγκώμιον εις Αθανάσιον (PG 102, 576). Εις τον μεγαλύτερον αριθμόν χειρογράφων και εις μίαν σειράν αρχαίων μαρτυριών ο τίτλος φέρεται ως «Κατά Ειδώλων»˙ ήτοι εις τον Λεόντιον Βυζάντιον (Κατά Νεστοριανών και μονοφυσιτών, Gallandi Bibliotheca Veterum Patrum, Βενετία 1778, 12, σ. 683), εις την Διδασκαλίαν Πατέρων (Diekamp, Doctrina Patrum, Münster i.W. 1907 (86, 88, 104, 327, δια τα δύο βιβλία)), εις τον Γερμανόν Κωνσταντινουπόλεως (Επιστολή 4, PG 98, 169). Ότι δε αυτός ήτο ο αρχικός τίτλος – «Κατά Ειδώλων» – φαίνεται από τους λόγους του ιδίου συγγραφέως εις το προοίμιον της δευτέρας πραγματείας που εσημειώσαμεν και προηγουμένως˙ «ὀλίγα διαλαβόντες περὶ τῆς τῶν ἐθνῶν περὶ τὰ εἴδωλα πλάνης». Είναι σαφές ότι ο συγγραφεύς δεν πολεμεί τους ειδωλολάτρας, τους Εθνικούς, «τους Έλληνας», αλλά την πλάνην των περί τα είδωλα. Αργότερα εθεωρήθη το «Κατά Ελλήνων» ως καταλληλότερος τίτλος και αυτός αντικατέστησε τον πρώτον».
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο Μέγας Αθανάσιος στο σύγγραμά του αυτό, παραφράζοντας φράση του Ηροδότου, αναφέρεται στους Αρχαίους Έλληνες με το όνομα «Πελασγοί», ενώ τους Παγανιστές τους αποκαλεί «Έλληνες». Μ. Αθανασίου, Κατά Ειδώλων, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τόμ. 1, Πατερικαί Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1973, §23, σ. 152: «Και το αξιοθαύμαστον , καθώς λέγουν αυτοί που ιστορούν , είνε το εξής· ότι ενώ οι Πελασγοί έμαθαν τα ονόματα των Θεών από τους Αιγυπτίους , δεν γνωρίζουν αυτοί τους θεούς που λατρεύονται εις την Αίγυπτον, και λατρεύουν άλλους θεούς διαφορετικούς από τους θεούς εκείνων . Και είνε τελείως διαφορετική η θεωρία και η θρησκεία των εθνών τα οποία κατελήφθησαν από την μανίαν των ειδώλων , και δεν συναντώνται τα αυτά εις τους αυτούς» («καὶ τόγε θαυμαστόν, ὅτι, ὡς οἱ ἱστορήσαντες ἐξηγοῦνται , παρ’ Αἰγυπτίων οἱ Πελασγοὶ μαθόντες τὰ ὀνόματα τῶν Θεῶν, οὐκ ἴσασιν οὗτοι τοὺς παρ’ Αἰγυπτίοις θεούς, ἀλλὰ ἄλλους παρ΄ ἐκείνους θρησκεύουσι. Καὶ ὅλως πάντων τῶν ἐν εἰδώλοις μανέντων ἐθνῶν διάφορός ἐστιν ἡ δόξα καὶ ἡ θρησκεία, καὶ οὐ τὰ αὐτὰ παρὰ τοῖς αὐτοῖς εὑρίσκεται»).
Υπό την λέξιν «οι ιστορήσαντες» ο Μ. Αθανάσιος εννοεί τον Ηρόδοτο του οποίου την πληροφορία αναφέρει εδώ. Ο Ηρόδοτος λέγει· «Δώδεκά τε θεῶν ἐπωνυμίας ἔλεγον πρώτους Αἰγυπτίους νομίσαι, καὶ Ἕλληνας παρὰ σφέων ἀναλαβεῖν, βωμούς τε καὶ ἀγάλματα καὶ νηοὺς θεοῖσι ἀπονεῖμαι σφέας…», (Ιστορίαι 2, 4, 2). Αλλ’ ο Αθανάσιος αντί του «Έλληνες» λέγει «Πελασγοί». Πελασγοί αρχικώς ελέγοντο αυτοί που κατώκουν εις την Ελλλάδα , προτού να έλθουν οι Έλληνες. Όταν ήλθον οι Έλληνες ανεμίχθησαν με αυτούς· εις ωρισμένα δε μέρη έμειναν άμικτοι. Οι Όμηρος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, και ‘Εφορος αναφέρουν ότι υπήρχον Πελασγοί εις την Δωδώνην της Ηπείρου, την Θεσσαλίαν, την Λήμνον, την Πελοπόννησον, την Κρήτην. Κατά τα ελληνιστικά όμως και μάλιστα τα μεταχριστιανικά χρόνια, επειδή το «Έλληνες» έλαβεν άλλην σημασίαν , οι Έλληνες ήρχισαν να λέγωνται με τας παλαιάς τοπικάς ονομασίας, ήτοι Πελασγοί, Αχαιοί, Μακεδόνες, κλπ. Αν ο Ηρόδοτος έλεγε «Πελασγοί», θα έλεγε κανείς ότι ο Αθανάσιος λαμβάνει το χωρίον, χωρίς να εξετάση ποίοι ήσαν οι Πελασγοί. Εφ’ όσον όμως μεταβάλλει το «Έλληνες» του Ηροδότου εις «Πελασγοί», άρα εν γνώσει λέγει Πελασγούς τους προ Χριστού και τους νύν λεγομένους Έλληνας».
Βέβαια, άνθρωποι σαν τους εθνικιστές αρχαιολάτρες, οι οποίοι ζήτημα είναι αν διάβασαν ακόμη και το ίδιο το Κατά Ελλήνων ή άλλα έργα, ώστε να αντιληφθούν όχι μόνο ότι ο Μ. Αθανάσιος ήταν ο κύριος στόχος των Αρειανών ή να κατανοήσουν το βάθος της σκέψης του Στύλου της Ορθοδοξίας (Ο οποίος εξορίστηκε 16 χρόνια, πέντε φορές: 6/335-11/337, 3/340-10/346, 2/356-2/362, 10/362-9/363, 10/365-1/366), εύκολο το ‘χουν – τέτοιοι άνθρωποι – να μιλούν για όσα αγνοούν.
16. "Ο ...Όσιος Νίκων, ο εξολοθρευτής των προγόνων μας, έσφαξε τους Εθνικούς Κρήτες και τους Μανιάτες Εθνικούς. «945 – 988 Ο σκληρός Αρμένιος προσηλυτιστής Νίκων, ο επιλεγόμενος «Μετανοείτε», εκτός από την κατασφαγή των εν «Λακεδαιμονία» Ιουδαίων και των ανεπιδέκτων εκχριστιανισμού παγανιστών Σλάβων της Λακωνικής (των Μελιγγών και Εζεριτών, ή τσουβαληδόν των «Τελχίνων» όπως τους έλεγαν σε προσπάθεια δαιμονοποιήσεως οι Βυζαντινοί) εφρόντισε επίσης και για την εξολόθρευση των τελευταίων ιχνών της «αρχαίας ειδωλολατρίας» που, προστατευομένη υπό του δυσπροσίτου Ταϋγέτου, λειτουργούσε ελευθέρα και ανενόχλητος υπό την ηγεσία του Έλληνος «Εφόρου των Εθνικών γαιών» και «Δουκός των Εθνικών», Αντιόχου («...ός την δουκικήν μεν αρχήν διείπε της των εθνικών χώρας...», «Βίος Νίκωνος» 156 β) . Ο Αρμένιος προσηλυτιστής εξόντωσε με τα ίδια του τα χέρια τον κατά τον βιογράφο του «φιλοδαίμονα» και «αλαζόνα» Αντίοχο (τη δολοφονία αυτή, ο βιογράφος του Νίκωνος την παρουσιάζει βεβαίως ως... μεταθανάτιο θαύμα του «Οσίου» !), εθανάτωσε τους ιερείς και όλους τους «τολμητίες και θρασυκαρδίους» αμεταπείστους, αφού προηγουμένως, όπως φαίνεται από την λεγομένη «Διαθήκη» του, με αφορμή μια από τις πολλές επιδημίες («θανατικά») της εποχής, παρεκίνησε από τις Αμύκλες τους επήλυδες χριστιανούς της περιοχής (ο ίδιος ο βιογράφος του ομολογεί στον «Βίο» του ότι επρόκειτο περί «των της Λακεδαίμονος εποίκων», 130 α 25) να κυνηγήσουν τους Ιουδαίους της περιοχής και να καταστρέψουν τους τελευταίους Εθνικούς και τα επί του Ταϋγέτου πτωχικά Ιερά τους: «Εις τους οποίους εγώ απικρίθηκα ότι επειδή και η οργή είναι θεϊκή, εσείς δεν έχετε πού να φύγετε, διατί ο Θεός όπου κατοικά εις τους ουρανούς κυριεύει και την Ανατολήν και την Δύσιν, και εις οποίον τόπον εσείς θέλετε υπάγηι, ευρίσκει σας. Όμως εσείς κάμετέ μου μίαν ομολογίαν ιδιόχειρον, ότι να μου υπακούσετε εις εκείνα οπού μέλλω να κάμω. Το οποίον είναι τούτο: να ευγάλω τους Εβραίους από μέσα από την χώραν, να υπάγουν έξω. Και τα μακελιά οπού είναι προς τον άγιον Επιφάνειον να τα χαλάσουν...» («Διαθήκη Νίκωνος», όπως δημοσιεύθηκε στο «Νέο Ελληνομνήμονα», τεύχος 3.1906, με πολύ ενδιαφέρον το εντελώς άσχετο τρίτο πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιείται στο «να τα χαλάσουν»). Στην ίδια στην πάλαι ποτέ «κατείδωλον» Σπάρτη, έκτισε αμέσως μετά από όλα αυτά εκκλησία του «Σωτήρος Χριστού» πάνω στο ιερό λόφο του ιστορικού Ναού της Θεάς Χαλκιοίκου Αθηνάς, αφού προηγουμένως πέθανε («συνέβη και απέθανε») μυστηριωδώς ένας ακόμη Εθνικός που τον εμπόδιζε να κτίσει την εκκλησία του στον ιερό τόπο, καθώς και αναρίθμητες άλλες εκκλησίες επάνω σε άλλα Ιερά (ή χρησιμοποιώντας τα συντρίμμια τους ως δομικά υλικά, όπως λ.χ. στις εκκλησίες των Γερονθών), ενώ οι Βυζαντινοί ολοένα έφερναν και εγκαθιστούσαν στη Λακωνική κατά ομάδες επήλυδες χριστιανούς, για να αλλοιώσουν την εθνική σύνθεση των εντοπίων» (Βλ. Ρασσιά, Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών, έτη 945-988). Ώς τότε οι Μανιάτες και οι Λάκωνες ήταν εθνικοί".
16a α) ΚΡΗΤΗ
Καμμιά πληροφορία από τον βίο του δεν μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Όσιος Νίκων «κατέσφαξε τους Κρήτες Εθνικούς», όπως ισχυρίζονται οι Ν/Π. Να τονίσουμε, πως δεν αναφέρονται καν «Κρήτες Εθνικοί», αλλά μόνο Κρήτες εξισλαμισμένοι. Τα ψέμματά τους οι Ν/Π να τα πουν σε όσους δεν έχουν διαβάσει τον βίο του Οσίου Νίκωνα. Να τι λέει το κείμενο (121α κ.ε.):
«Αφού μετέβη σε πολλές ανατολικές περιοχές και τρανώς εκήρυξε την μετάνοια (..) αποφάσισε να πλεύση στην νήσο της Κρήτης. (...) Παρέπλευσε δε την νήσο, η οποία προ πολλού είχε αποσπασθή από τα χέρια των Αγαρηνών και επανενωθή στη Ρωμαϊκή επικράτεια από τον Νικηφόρον, τον αοίδιμο βασιλέα (...). Έφερε δε ακόμη η νήσος λείψανα της μιαράς, των Αγαρηνών, κακοπιστίας, επειδή οι κάτοικοι αυτής, από τον χρόνο και την μακρά με τους Σαρακηνούς συμβίωση, είχαν παρασυρθή στα ήθη εκείνων και στις βδελυρές και ανίερες τελετές. Όταν, λοιπόν, άρχισε να βοά ο Μέγας το Μετανοείτε, κατά την συνήθειά του, εκείνοι, επειδή φοβήθηκαν από το παράξενο και αλλόκοτο αυτό κήρυγμα και πυρπολήθηκαν από θυμό, επιτέθηκαν σφοδρώς κατά του δικαίου, θέλοντες να τον φονεύσουν. Διότι τους άναβε μεγάλη μανία το καινούργιο και ασυνήθιστο πράγμα, επειδή, όπως ειπώθηκε, είχαν παρασυρθή στην δεισιδαίμονα πλάνη των Σαρακηνών. Όταν, λοιπόν, είδε, ο μακάριος, το σκληρό και ατίθασο του χαρακτήρα τους, και κατενόησε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να νικήση την αντίδρασί τους χωρίς κάποιο σοφό σχέδιο (...). Αφού, λοιπόν, εγκατέλειψε τον τρόπο αυτόν του κηρύγματος της μετανοίας, έλαβε ιδιαιτέρως μερικούς εξ αυτών, τους οποίους εγνώριζε ότι διέφεραν από τους άλλους κατά την γνώσι και την αποδοχή του καλού, και, κατ’ αρχάς μεν, με μειλιχίους λόγους κατεπράυνε, όσο το δυνατόν, την σκληρή και άκαμπτη γνώμη τους, έπειτα δε, με κάποια ηρεμία προσήγγιζε την καρδιά τους και ήλεγχε τις κρυφές τους πράξεις (..). Και αυτοί, όταν εγνώρισαν την πολλήν αρετή που ενοικούσε σ’ αυτόν, αμέσως, ο μεν θυμός τους κατέπαυσε κα η ραγδαία οργή τους σταματούσε, και η αρετή του ανδρός τούς καταπληγομένους [από την αμαρτία] φιλοτιμούσε προς οικοδομή˙ και οδηγούντο στην απλανή πίστι, μετατρέποντες το μέγεθος της απεχθείας σε μέγεθος ευνοίας και επιδόσεως στο καλό˙ διότι η συνήθεια γίνεται οδός για τα μεγαλύτερα και τελειότερα, σύμφωνα με το λεχθέν. (...) Από τότε, λοιπόν, οι Κρήτες, επειδή τον επίστευσαν ως απόστολον σταλέντα από τον Θεόν, διεφήμισαν σε όλη την νήσο τα αναφερόμενα σ’ αυτόν, και από τότε όλοι του εφέροντο επιεικώς (..) και ό,τι αυτός έλεγε και όριζε, ήταν για εκείνους νόμος.
Αφού, λοιπόν, μετά εξασφάλισε άνεσι ο μακάριος, εκήρυξε τα συνήθη και πρέποντα, και εφώτισε και εδίδαξε όλους, και προς την αληθινή πίστι εχειραγώγησε και παραμέρισε κάθε εμπόδιο από το μέσον, και πολλές εκκλησίες έκτισε σε όλη την νήσο, και ιερείς και διακόνους και νεωκόρους και όλη την άλλη τάξι εγκατέστησε και ερρύθμισε, και καθώς πρέπει να ζουν παρήγγειλε. Επί πέντε δε ολόκληρα χρόνια αφού εκανόνισε καλώς τα πάντα, όσα ήσαν στην σκέψι και την πρόθεσί του, ώστε «μηδένα τῶν Κρητῶν καταλεῖψαι ἀσυντελῆ τοῦ καλοῦ» (...).
Παρατηρούμε ότι:
1) Ο βιογράφος συνεχώς μιλά για Κρήτες που είχαν εξισλαμιστεί κι όχι για Παγανιστές Κρήτες. Η γνώμη των αρχαιολατρών είναι αισχρότατο ψέμμα.
2) Ο όσιος Νίκωνας δεν χρησιμοποίησε κανενός είδους βία για να τους μεταστρέψει στο Χριστιανισμό. Το αντίθετο μάλιστα, τους έπεισε με τα λόγια και τα θαύματά του, με ήπιο τρόπο.
