Γερόντισσα Μακρίνα:
«Θα προστατεύσει ο Θεός, δεν θα αφήσει, γιατί χιλιάδες άνθρωποι προσεύχονται..»-Είδατε εκείνος ο μοναχός πού ήταν πολύ άρρωστος;
Ήταν κάποτε ένας δεσπότης και ένας μοναχός και πήγαν να ζήσουν στην έρημο σαν ασκητάδες.
Κάποια μέρα λέει ο δεσπότης: «Θα πάω για εξυπηρέτηση στην τάδε πόλι και εσύ μείνε εδώ πέρα, κάνε την προσευχή σου
και θα επιστρέψω».
Στο διάστημα αυτό προσέβαλε μια σοβαρή αρρώστια τον υποτακτικό και κινδύνευσε να πεθάνη.
Ο δεσπότης όπου πήγαινε και όπου στεκόταν είχε το κομποσχοινάκι του και άκουγε,
«Γέροντα, πρόφθασον, ο υποτακτικός σου είναι πολύ άρρωστος, τελειώνει, είναι πολύ βαρειά άρρωστος».
«Μπά, λέει, τί φωνή είναι αυτή; Θα επιστρέψω». Φθάνοντας βλέπει τον υποτακτικό του και του λέει:
«Πώς με ειδοποιούσες;»
«Να, μεταχειρίστηκα το κομποσχοινάκι μου σαν τηλέφωνο και έλεγα, Γέροντα, πρόφθασον.
Ακουγα τη φωνούλα σου. Τώρα εγώ θα φύγω».
Μετά τον έκανε μοναχό, τον χειροτόνησε και κοιμήθηκε. Είδατε πώς πληροφορεί ο Θεός;
Ο Γέροντάς μας ό,τι κάνουμε το βλέπει, όλα τα βλέπει. Προχθές τον είδα στον ύπνο μου πολύ ζωντανό. Είχα μία στενοχώρια.
Έβλεπα ότι ήμουν σ’ ένα βράχο καί καθόμουν και τραβούσα κομποσχοινάκι.
Εκείνη την ώρα είδα τον Γέροντα να έρχεται και να μου λέη:
«Τί κάνεις, Γερόντισσα, εδώ;».«Να, τραβώ κομποσχοινάκι, και σκέπτομαι τί “μέλλει γενέσθαι”, πως θα σωθούμε, τι θα γίνουμε;
Ασθενική είμαι, δεν μπορώ να μιλήσω, δεν μπορώ να κάνω όπως παλαιότερα τα καθήκοντά μου, που τα γευόμουν.
Τώρα δεν έχω σωματικές δυνάμεις, αισθάνομαι κουρασμένη, θέλω μία ενίσχυση να με βοηθήση ένας άνθρωπος».
«Δός μου τα χέρια σου», μου είπε. Μου έδωσε τα χέρια του, του έδωσα καί ’γώ τα δικά μου και με σήκωνε, με σήκωνε…Μόλις ξύπνησα αισθάνθηκα μία ξεκούρασι. Ό νους του σκέφτηκα θα είναι εδώ πέρα και μας εύχεται.
Σήκωσε και από εμένα όλο τό φορτίο που αισθανόμουν. Γιατί πότε κοιμάμαι, πότε ξυπνάω, δεν έχω ύπνο
να ξεκουρασθή το σώμα μου και αισθάνομαι πολύ κουρασμένη.
Όταν κάνουμε προσευχή, φωτίζει ο Θεός τους Προεστώτες σε ποιά πνευματική κατάστασι βρισκόμαστε και έτσι,
η Χάρις του Θεού δεν μας αφήνει, μας ενισχύει.
Εμείς θα κάνουμε αυτό που θέλει ο Θεός, για να μη μας βρή απροετοίμαστους, όταν θα έρθη η ώρα η ευλογημένη.
Όπως λένε τώρα, άμα χειριστούν αυτά τα αέρια, τίποτε δεν θα μείνη όρθιο. Τόσο πολύ! Εδώ από το Τσερνομπίλ έφθασε,
δεν θα φθάση και από την Ιερουσαλήμ; Άντε, δεν θα αφήση ο Θεός, τόσοι πιστοί προσεύχονται. «». Θα προστατεύση ο Θεός,
δεν θα αφήση, γιατί χιλιάδες άνθρωποι προσεύχονται. Μιά φορά, θυμάμαι, ήταν ένας που προσευχόταν για τους πολιτικούς.
Πήγαινε κάθε μέρα στην εκκλησία και άναβε από ένα κερί για όσους ήταν υπουργοί, βουλευταί και γονάτιζε στην Παναγία μπροστά
και προσευχόταν να διορθωθούν τα πράγματα, να γίνουν καλύτερα. Μετά δακρύων προσευχόταν μου έκανε εντύπωσι’
κάθε μέρα άναβε κεριά.
Η Χάρις του Θεού, έτσι τον φώτισε αυτόν. Άλλους πάλι αλλιώς. Ο π. Μάρκελλος πάει στην έρημο και βρίσκει Πατέρες
που προσεύχονται για τον κόσμο- και λέει ότι ύπάρχουν και αόρατοι άσκηταί που κάνουν προσευχή. Έτσι είναι…
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ – «ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ»
simeiakairwn